1135
|

Για μια πιο αποτελεσματική εποπτεία του Χρηματοπιστωτικού Τομέα

Κωνσταντίνος Β. Καρατζάς 3 Οκτωβρίου 2019, 16:53

Για μια πιο αποτελεσματική εποπτεία του Χρηματοπιστωτικού Τομέα

Στo βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Για έναν αποτελεσματικότερο Χρηματοοικονομικό Τομέα» εισηγούμαι μια θεμελιακή μεταρρύθμιση μεγάλης σημασίας: την δημιουργία Ενιαίας Εποπτείας του Χρηματοοικονομικού Τομέα στη χώρα μας.

Πιστεύω ακράδαντα πως εάν αυτή η μεταρρύθμιση είχε υλοποιηθεί εγκαίρως, θα είχε συμβάλει στην αποτροπή της καταβαράθρωσης της ελληνικής οικονομίας, εμποδίζοντας λάθη τα οποία συνέβαλαν καθοριστικά στην εκτροπή της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και στην κρίση του χρέους.

Κι αυτό γιατί οι εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό και στις επιδόσεις των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και στην συμπεριφορά των αγορών. Επομένως, η επικαιροποίηση και τροποποίηση της ρυθμιστικής αρχιτεκτονικής είναι απαραίτητη.

Όμως, την εποχή της παγκοσμιοποίησης,  οι παρεμβάσεις σε επίπεδο χώρας επηρεάζονται από εκείνες άλλων χωρών και οι εθνικές λύσεις δεν είναι πάντοτε τόσο αποτελεσματικές όσο θα έπρεπε αν δεν λαμβάνουν υπόψη τόσο τα δρώμενα μέσα στη χώρα όσο και στον διεθνή περίγυρο.

Ως γνωστόν, η σημερινή δομή της εποπτείας βασίζεται, σε σημαντικό βαθμό, στο κριτήριο της διακριτέας υπηρεσίας που παρέχουν οι χρηματοπιστωτικοί φορείς. Ετσι,  οι «σημαντικές τράπεζες» εποπτεύονται απευθείας από την ΕΚΤ ενώ οι «λιγότερο σημαντικές» από την ΤτΕ που εποπτεύει επίσης τις ασφαλιστικές εταιρείες. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (ΕΚ) εποπτεύει φορείς της αγοράς και τις εισηγμένες εταιρείες. Eπιπλέον, υπάρχουν άλλες υπηρεσίες είναι επιφορτιμένες με  θέματα καταναλωτή στο υπουργείο Ανάπτυξης (παλαιότερα Εμπορίου).

Κατά την άποψή μου, η υφιστάμενη δομή της εποπτείας δεν είναι ιδανική καθώς υπάρχει επικάλυψη, πολυδιάσπαση και σπατάλη ανθρώπινων πόρων. Επίσης, η αξιοπιστία όλων των εμπλεκόμενων εποπτικών φορέων υπονομεύεται λόγω της πολυφωνίας , η οποία περαιτέρω  οδηγεί ενίοτε σε αντιπαραθέσεις.

 Κάθε μοντέλο εποπτείας έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Όμως, σε μια μικρή οικονομία, όπως η ελληνική, η Ενιαία Εποπτεία είναι σχεδόν αυτονόητη, ιδιαίτερα δε μετά την συρρίκνωση των κλάδων που προκάλεσε η κρίση. Η πολυδιάσπαση της Εποπτείας είναι ανορθολογική πολυτέλεια.

Γι’ αυτό τον λόγο προτείνω την μετάβαση στο μοντέλο Ενιαίας Εποπτείας.  Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία όλων των εμπλεκομένων για τους στόχους που θα πρέπει να είναι τρείς σύμφωνα με την διεθνή πρακτική.

Ο πρώτος στόχος θα πρέπει να είναι η συστημική σταθερότητα, δηλαδή η εξασφάλιση της ασφάλειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος μαζί με την αξιοπιστία και την ακεραιότητα των συστημάτων πληρωμής. Ο δεύτερος στόχος θα πρέπει να είναι η προληπτική επίβλεψη (prudential oversight) ώστε  οι εποπτευόμενες εταιρείες, ιδρύματα και οργανισμοί   να είναι χρηματοοικονομικά εύρωστες και ασφαλείς. Ο τρίτος στόχος της εποπτείας θα πρέπει να είναι οι ξεκάθαροι κανόνες συμπεριφοράς των εποπτευόμενων (conduct of business regulation).

Αφού συμφωνηθούν οι στόχοι θα πρέπει να υπάρχει ένα σχέδιο και ένα σαφές χρονοδιάγραμμα μετάβασης στο νέο εποπτικό μοντέλο. Κατά την άποψή μου,  η περίοδος προετοιμασίας θα μπορούσε να έχει διάρκεια έως δυο χρόνια. Αφενός για να υπάρχει αρκετός χρόνος ώστε να ψηφισθούν οι απαραίτητες αλλαγές στους νόμους και αφετέρου να αποκτηθεί η κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και να ολοκληρωθεί η στελέχωση των υπηρεσιών ώστε η νέα εποπτική αρχή να είναι έτοιμη να λειτουργήσει  εύρυθμα από την πρώτη στιγμή.

Φρονώ ότι το πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι προς την κατεύθυνση του συντονισμού των υφιστάμενων κλαδικών αρχών με τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Εποπτείας (ΕΣΕ). Το ΕΣΕ θα είναι ουσιαστικά ο προπομπός της νέας Ενιαίας Εποπτικής Αρχής.

Στο Εθνικό Συμβούλιο Εποπτείας θα εκπροσωπούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς  με τα πλέον υψηλόβαθμα στελέχη τους.

Ο ρόλος του ΕΣΕ δεν θα περιορίζεται στον συντονισμό των επιμέρους εποπτικών αρχών κατά την μεταβατική περίοδο. Θα επιβλέπει επίσης την μετάβαση στο νέο καθεστώς της Ενιαίας Εποπτείας, προχωρώντας σε αξιολόγηση του υφιστάμενου συστήματος από ανεξάρτητους ειδικούς. Κατόπιν, το ΕΣΕ θα εισηγηθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις συμβουλές εμπειρογνωμόνων και τρίτων, π.χ. ΕΚΤ, τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν σε νομοθετικό και λειτουργικό επίπεδο για την εύρυθμη λειτουργία της νέας Ενιαίας Εποπτικής Αρχής.

Η νέα Ενιαία Εποπτική Αρχή θα είναι  ξεχωριστή οντότητα από την Τράπεζα της Ελλάδος και γι’ αυτό επιβάλλεται να υπάρξει σχετική πρόβλεψη για την συνεργασία τους σε θέματα μακρο και μικρο- εποπτείας,  δεδομένου ότι  οι εποπτικές αρχές έχουν στο παρελθόν επικριθεί ότι δεν συνεκτίμησαν τον  συστημικό κίνδυνο. Υπάρχει ήδη το μοντέλο του γερμανικού ομοσπονδιακού εποπτικού οργανισμού του χρηματοπιστωτικού χώρου BaFΙΝ που συνυπάρχει με την Bundesbank. Η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της νέας Αρχής θα πρέπει να συνοδεύεται  από ετήσια λογοδοσία (accountability) στη Βουλή.

Η οργανωτική δομή της Ενιαίας Εποπτικής Αρχής θα μπορούσε να περιλαμβάνει ένα διοικητικό συμβούλιο και ένα εκτελεστικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποτελεί συνέχεια του Εθνικού Εποπτικού Συμβουλίου (ΕΣΕ) της μεταβατικής περιόδου που συντόνιζε τις επιμέρους εποπτικές αρχές και υλοποίησε την μετάβαση στο νέο καθεστώς.

Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής μπορεί να αποτελείται από τον πρόεδρο και τέσσερεις γενικούς διευθυντές. Έναν για κάθε κλαδική γενική διεύθυνση, δηλαδή την τραπεζική, του κλάδου των ασφαλειών και των κινητών αξιών και επενδύσεων και την γενική διεύθυνση εσωτερικών υποθέσεων και νομικών θεμάτων στην οποία θα υπάγεται το προσωπικό.

Η επιλογή του προέδρου και των γενικών διευθυντών θα γίνει με αυστηρά κριτήρια από τις υφιστάμενες εποπτικές Αρχές με συμμετοχή παραγόντων της αγοράς.

Η στελέχωση των Υπηρεσιών θα γίνεται με επιλογή μεταξύ του ανθρώπινου δυναμικού  αντίστοιχων Διευθύνσεων και Υπηρεσιών. Εξειδικευμένα -ειδικών γνώσεων- στελέχη θα επιλέγονται  μετά από διαγωνισμό.

Γιατί Ενιαία Εποπτεία-Στόχοι

Ο βασικός στόχος της μεταρρύθμισης είναι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης του αποταμιευτή, του μετόχου, του επενδυτή-εγχώριου και ξένου- και του καταναλωτή στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχει πληγεί από  διάφορα γεγονότα, π.χ.  χρηματιστηριακό κράχ, κατάρρευση ασφαλιστικών εταιρειών, αναξιοπιστία λογιστικών καταστάσεων εισηγμένων εταιρειών, «κούρεμα» κρατικών ομολόγων κ.τ.λ..

Η νέα πραγματικότητα απαιτεί την εφαρμογή, εκτός των άλλων,   κοινών κανόνων και πρακτικών όταν πρόκειται για την ίδια δραστηριότητα ανεξάρτητα από την επιχείρηση που την ασκεί.   Μ’ αυτό τον τρόπο αποφεύγεται το φαινόμενο μια εποπτική αρχή να θεωρεί κάποια ενέργεια παραβατική και μια άλλη αρχή όχι, εφαρμόζοντας διαφορετικούς κανόνες που καταλήγουν συνήθως σε διαφορετικές κυρώσεις.

Η μεταρρύθμιση θα επηρεάσει θετικά τις αγορές απέναντι στη χώρα, όσο αφορά τον δανεισμό της χώρας, αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Επιπλέον, θα προσδώσει κύρος στο Χρηματιστήριο και στην κεφαλαιαγορά γενικώς, συμβάλλοντας στην προσέλκυση σοβαρών, μακροπρόθεσμων επενδυτών.

Η αυτόματη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ των επιμέρους κλαδικών εποπτικών αρχών θα αυξήσει την εγρήγορση και την συνδυαστική ανάλυση των καταστάσεων με ευεργετικά αποτελέσματα στην πρόληψη και στην ταχύτητα αντιμετώπισης των υποθέσεων.

Από τη λειτουργία της Αρχής θα προκύψει ταχύτερη επίλυση διαφορών και εκκρεμοτήτων, αλλά και ταχύτερη απονομή ποινών και επανορθώσεων.

Η ταχύτητα διεκπεραίωσης των υποθέσεων θα ευνοήσει το οικονομικό κλίμα και θα προσδώσει σταθερότητα στις επιχειρηματικές αποφάσεις, εφόσον αυτές θα κρίνονται από πρόσωπα υψηλής τεχνογνωσίας και άλλης νοοτροπίας.

Θα προκύψουν σημαντικές οικονομίες κλίμακας από την επιλογή ίδιων μηχανογραφικών και λογιστικών συστημάτων που αποτελούν σήμερα την αχίλλειο πτέρνα της δημόσιας διοίκησης (κάθε φορέας με διαφορετικές επιλογές, κόστος κ.ο.κ.).  Η ομογενοποίηση των μηχανογραφικών συστημάτων δεν θα εξοικονομήσει μόνο πόρους, αλλά θα αυξήσει εντυπωσιακά την αποτελεσματικότητά τους, τόσο σε επίπεδο ταχύτητας διεκπεραίωσης των υποθέσεων, όσο και στην ποιοτική τους αντιμετώπιση με την κοινή πλατφόρμα πληροφοριών και δεδομένων.

Η ομοιομορφία στην αντιμετώπιση των αγορών, της λειτουργίας του πιστωτικού συστήματος, των κρατικών υπηρεσιών θα δημιουργήσει νέες συνθήκες ασφάλειας και σαφήνειας στην αγορά, που μέχρι τώρα βιώνει την αντιμετώπιση των ίδιων προβλημάτων με διαφορετικές μεθόδους, προκαλώντας σύγχυση στους ξένους επενδυτές από την διαφορετική αντιμετώπισή τους.