Τσίπρας και Γεννηματά στο Προεδρικό το καλοκαίρι. Το ποιος θα είναι ο ένοικος την επόμενη πενταετία, θα καθορίσει πολλά για τα κόμματα των δύο | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ΛΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Απόψεις

Ενας Πρόεδρος, ένας εκλογικός νόμος και δύο κόμματα

Το τι θα συμβεί στην ευρύτερη αντιπολίτευση, αν δηλαδή θα ηγεμονεύσει ο ΣΥΡΙΖΑ ή θα αντεπιτεθεί το Κίνημα Αλλαγής, ίσως να μην έχει να κάνει τόσο με τον Τσίπρα και με τη Γεννηματά, αλλά με το πώς θα κινηθεί ο Μητσοτάκης σε δύο κομβικά ζητήματα τις επόμενες εβδομάδες
Μιχάλης Μιχαήλ

Το 2020 θα είναι καθοριστικό για το μέλλον της Κεντροαριστεράς. Η αναμέτρηση ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής θα είναι οξεία με το διακύβευμα -τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο- να είναι το ποιος θα έχει την πρωτοκαθεδρία στην προοδευτική παράταξη, βάζοντας τη δική του σφραγίδα στον χώρο. Αν δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ ή το Κίνημα Αλλαγής θα αναδειχθεί στον πολιτικό αντίπαλο της ΝΔ, εκφράζοντας μια εθνικά υπεύθυνη πρόταση διακυβέρνησης – όσοι σπεύδουν να προεξοφλήσουν την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ ας περιμένουν πρώτα να δουν τι ξύλο θα πέσει στο συνέδριο.

Το παράδοξο άλλωστε είναι άλλο. Είναι ότι η έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης αυτή τη φορά δεν εξαρτάται μόνο από το τι θα κάνουν οι Αλέξης Τσίπρας και της Φώφη Γεννηματά, αλλά σε μεγάλο βαθμό από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνηση της ΝΔ. Για πρώτη φορά δηλαδή τα δύο βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν ετεροπροσδιορισμό.

Η προτίμηση του Πρωθυπουργού για το ποιον επιθυμεί ως πολιτικό συνομιλητή από τον χώρο της αντιπολίτευσης θα είναι καθοριστική. Οι δικές του ενέργειες και τα διλήμματα που θα θέσει γι’αυτόν τον στόχο, θα επηρεάσουν σημαντικά τις επιλογές και αποφάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ και στο Κίνημα Αλλαγής.

Ηδη από τις επόμενες πρώτες εβδομάδες της νέας χρονιάς στην Κουμουνδούρου και στην Χαριλάου Τρικούπη θα πρέπει να απαντηθούν δύο κρίσιμα ζητήματα: αν θα συναινέσουν στην εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας και -πρώτα, χρονικώς- στον εκλογικό νόμο που θα προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέσα στον Ιανουάριο. Η στάση που θα κρατήσουν ο Αλέξης Τσίπρας και η Φώφη Γεννηματά θα καθορίσει και την γενικότερη πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και του Κινήματος Αλλαγής.

Δεν πρόκειται να είναι ταυτόσημη η στάση αυτή και συνεπώς οι στρατηγικές των δυο κομμάτων αποκλίνουν και γίνονται εμπράκτως ανταγωνιστικές. Μπορεί, για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ να επιμένει στην επανεκλογή του Προκόπη Παυλόπουλου πιστεύοντας ότι θα προκαλέσει ένταση και εσωκομματική κρίση στη ΝΔ, όμως αυτή η στρατηγική του είναι ξεπερασμένη και δείγμα παλαιοκομματικής συμπεριφοράς. Γιατί στην περίπτωση που επιβεβαιωθούν όσα αφήνει να εννοούνται ο Πρωθυπουργός, περί προσώπου που δύσκολα μπορεί να απορριφθεί από την Κουμουνδούρου (ας πούμε, Μαρία Δαμανάκη, ως υπόθεση εργασίας), αφενός στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ θα εκφραστούν φωνές για θετική ψήφο και αφετέρου τυχόν επίμονη άρνηση θα προσδώσει ένα προφίλ ξεπερασμένου και ανεύθυνου κόμματος στο οποίο ο οπορτουνισμός θα παραμένει κυρίαρχος ενώ θα βρίσκεται μακριά από τις απαιτήσεις της συγκυρίας και θα μειωθεί η απήχηση του. Η επιθετική ρητορική που υιοθετεί στην παρούσα φάση μοιάζει με ξόρκισμα μιας τέτοιας προοπτικής.

Οσον αφορά στο Κίνημα Αλλαγής περιττεύει να ειπωθεί ότι μια τέτοια ή ανάλογη πρόταση του κ. Μητσοτάκη εκπληρώνει σχεδόν πλήρως τις προδιαγραφές που έχει θέσει η Φώφη Γεννηματά για να ψηφίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας προερχόμενο από την ευρύτερη Κεντροαριστερά. Θα είναι δύσκολο να την απορρίψει.

Αλλά και στο ζήτημα του νέου εκλογικού νόμου που θα αντικαταστήσει την ισχύουσα σήμερα απλή αναλογική την οποία επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, η πρόταση Μητσοτάκη θα επηρεάσει τις διεργασίες ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στο Κίνημα Αλλαγής. Είναι αυτονόητο ότι ο Τσίπρας θα βγει στα κεραμίδια υπερασπιζόμενος την απλή αναλογική, πάγιο μεν αίτημα της Αριστεράς πλην παράγοντας πολιτικής αβεβαιότητας καθώς ελλοχεύει η ακυβερνησία σε μια εποχή μάλιστα έξαρσης των προκλήσεων της Τουρκίας. Ωστόσο, η αποδοχή οποιουδήποτε άλλου εκλογικού συστήματος από την Κουμουνδούρου είναι ουτοπία, μολονότι ξέρει ότι χωρίς πλειοψηφικό σύστημα χάνεται η ελπίδα του ΣΥΡΙΖΑ για δυναμική επιστροφή.

Το Κίνημα Αλλαγής ενδέχεται να βρεθεί σε διαφορετικού τύπου δίλημμα. Από τη μια θα αισθάνεται δικαιωμένο γιατί δεν ψήφισε την απλή αναλογική όταν την πρότεινε ο Τσίπρας, το 2017, αντιπροτείνοντας αναλογικό σύστημα με κλιμακωτό μπόνους στο πρώτο κόμμα όταν πλησιάζει το 40%, κάτι που φαίνεται να συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με την πρόταση Μητσοτάκη. Από την άλλη όμως ο φόβος ότι θα ταυτιστεί με τις επιλογές της ΝΔ οδηγεί ορισμένους στα ηγετικά κλιμάκια του να προκρίνουν τα αντιδεξιά χαρακτηριστικά της παράταξης αντί μιας υπεύθυνης στάσης για την πολιτική ζωή της χώρας. Σε μια τέτοια περίπτωση η εσωστρέφεια και η μείωση του εύρους των κοινωνικών ομάδων στις οποίες απευθύνεται το ΚΙΝΑΛ ίσως αποδεχθούν πολύ χειρότερη επιλογή.

Στα διλήμματα λοιπόν και στις απαντήσεις σε αυτά απαιτούνται τόλμη και υπερβάσεις. Οποιος εκ των ΣΥΡΙΖΑ ή ΚΙΝΑΛ κινηθεί έτσι θα έχει και το πάνω χέρι στην ηγεμόνευση της Κεντροαριστεράς. Οποιος αρνηθεί να προσαρμοστεί θα περιοριστεί σε ρόλο κομπάρσου των πολιτικών εξελίξεων.