Τζουν Σκουίμπ και Μπρους Ντερν στην ταινία του Αλεξάντερ Πέιν «Νεμπράσκα» | Paramount Vantage
Απόψεις

Ενα γλυκάκι;

Γλυκιά η άτιμη η ζωή! Γλυκιά! Και φρικτά άδικο το γήρας. Τι τιτάνια μάχη καλείται ο άνθρωπος να δώσει με το ίδιο του το σώμα!... Μια αλλαξιά σάρκα όλη κι όλη!... Να βγάλεις πέρα ένα μεγάλο, μια σταλιά, τόσο δα ταξίδι!
Ρέα Βιτάλη

Με θλίβουν, με ματώνουν τα δωμάτια των γερόντων. Ιδίως το καλοκαίρι που η ζωή χαριεντίζεται έξω. Φρικιαστικά άηχα. Βαλσαμωμένος χρόνος. Οι ώρες υφίστανται μόνο για να μετράνε τα χάπια. Ίσως γι΄αυτό, κάπως, σαν ύστατο τερτίπι πάντα αναρωτιούνται «Τα πήρα ή δεν τα πήρα;».

Ακόμα και να τα λούζει ο ήλιος, πάντα σου μεταδίδουν αφόρητα μελαγχολικό ημίφως. Και γύρω τους αντικείμενα δικά τους και όχι. Όπως η νιότη τους σ΄εκείνα τα παλιοκαιρισμένα άλμπουμ.

Θησαυροφυλάκια ενός τόσο παλιού «κάποτε» σαν να υπήρξε και να μην υπήρξε… Είναι εκείνοι; Υπήρξαν έτσι;

Κοιτάνε σε ένα σημείο. Σαν να προσμένουν κάτι και να μην προσμένουν τίποτα. Μια τηλεόραση σαν να παίζει και σαν να μην. Κάθεσαι κοντά τους και δεν ξέρεις τι να πεις. Ούτε και εκείνοι ξέρουν αν θέλουν ή δεν θέλουν να ακούσουν… Αν υπάρχει τώρα πια κάτι, που πραγματικά να τους ενδιαφέρει να ακούσουν.

Ανοήτως φωνάζεις, θεωρείς επιβεβλημένο ναανεβάζεις τον τόνο της φωνής σου όταν τους απευθύνεσαι. Μα μπορεί να περάσει ώρα για να σε ρωτήσουν: «Γιατί φωνάζεις; Ακούω» και νοιώθεις γελοία ηλίθια.

Παρατηρείς τον χρόνο επάνω στο δέρμα, στα δόντια. Παρατηρείς να ξεκολλάνε κομμάτια όπως οι τοίχοι φτύνουν ξέφτια που όμως δεν πέφτουν, κρέμονται. Και απορείς πώς δεν πέφτουν; Αφού είναι στο τσακ.

Τι τα κρατάει; Ποια αόρατη κλωστή έχει τόση δύναμη; Και ενώ είναι όλα έτσι…Αδιανόητα στάσιμα…

Ανοίγεις ένα κουτί γλυκά και προσφέρεις. Κι αλλάζει ο κόσμος τους. «Γλυκάκι;» ρωτάνε γλυκοπονηρά, παιδιά μικρά παιδιά και σκάει βεγγαλικά το βλέμμα τους και γλύφονται σαν γατάκια στον αέρα και απλώνουν το τρεμάμενο χέρι και στοχεύουν με πεισματώδη ευστοχία το στόμα και κλείνουν τα μάτια – ματάκια μου!… Και γεύονται, γεύονται, γεύονται… Λερωμένο το χέρι… «Γλυκάκι!». Και ενώ με σακατεύει κουκούτσι λυγμός στον λαιμό… Από μέσα, βαθιά από τα σπλάχνα μου, η ίδια πάντα φράση…

Γλυκιά η άτιμη η ζωή! Γλυκιά! Και φρικτά άδικο το γήρας. Τι τιτάνια μάχη καλείται ο άνθρωπος να δώσει με το ίδιο του το σώμα!… Μια αλλαξιά σάρκα όλη κι όλη!… Να βγάλεις πέρα ένα μεγάλο, μια σταλιά, τόσο δα ταξίδι! Τουλάχιστον ένα «γλυκάκι»…