Ο Ντούτσε και το ελληνικό τσαρούχι. Σκίτσο Ανωνύμου, στο «Ελληνικό Μέλλον», το 1940 |
Απόψεις

Βρε τον φουκαρά

Οσο και αν προσπάθησαν να την υποβαθμίσουν, να αντικαταστήσουν τη σημερινή επέτειο με την απελευθέρωση της Αθήνας και να δώσουν πολιτικά μηνύματα στο ΟΧΙ και στην ίδια τη λέξη, κάθε 28 Οκτωβρίου ξέρουμε ακριβώς τι γίνεται. Διότι όπως και τότε έτσι και τώρα, σε κάποια πράγματα δεν υπάρχουν πουρκουά, πρέπει να τα κάνεις. Γιατί έτσι είμαστε, ρε γαμώτο
Αντώνης Πανούτσος

Η λέξη έχει πέσει σε αχρησία. Mέχρι πριν τέσσερις-πέντε δεκαετίες το «πουρκουάδες» για την Ελλάδα σήμαινε Γάλλοι. Ο λαός που όταν χρειάστηκε να υπερασπίσει την πατρίδα του και την Ευρώπη από τη γερμανική εισβολή απάντησε «pourquoi?». Γιατί. Γιατί πρέπει να πεθάνω για αυτό που οι καπιταλιστές έχουν πείσει την εργατική τάξη να θεωρεί πατρίδα και τους πόλεμους τους που γίνονται για να πουλάνε πυρομαχικά;

Το «πουρκουά» πρώτη λέξη από την φράση «Pourquoi mourir pour Dantzig?» δηλαδή «Γιατί να πεθάνεις για το Ντάντσιχ πριν 50 χρόνια δεν χρειαζόταν επεξηγήσεις. Το Ντάντσιχ —σήμερα Γκτανσκ– ήταν το όνομα του λιμανιού που χάρη στον ομώνυμο διάδρομο επέτρεπε στην Πολωνία να έχει έξοδο στην Βαλτική. Ο διάδρομος ήταν αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλιών, χώριζε την Γερμανία στα δύο και ο Αδόλφος Χίτλερ το 1939 αποφάσισε να προσαρτήσει τα εδάφη. Η Γαλλία και η Αγγλία αντέδρασαν και ένα λιμάνι της Βαλτικής γινόταν αφορμή της κήρυξης πολέμου.

Tο «Mourir pour Dantzig ?» τίτλος άρθρου του σοσιαλιστή πολιτικού Μαρσέλ Ντεά (Marcel Déat) με την προσθήκη του «Pourquoi?» έγινε στάση απέναντι στον πόλεμο. Γιατί να πεθάνω για κάτι τόσο μακρινό από την πατρίδα μου, ένα μέρος που δεν με αφορά. Κάτι ανάλογο με το «Why?» του πολέμου του Βιετνάμ. Στο γαλλικό πουρκουά, το παρσκέ, δηλαδή το διότι, δόθηκε με την εισβολή της Γερμανίας στη Γαλλία. Οσο για το πουρκουά, αυτό έμεινε για δεκαετίες στην ελληνική γλώσσα σαν στάση ζωής —σε αντιπαράθεση με το «ΟΧΙ». Οτι η πολιτική του appeasement που ακολουθήθηκε από την Γαλλία και την Αγγλία απέναντι στην Γερμανία, άνοιξε την όρεξη του Χίτλερ για περισσότερες διεκδικήσεις και το μακρινό Ντάντσιχ του ’39 μπορεί να γίνει το κοντινό Παρίσι του ’40.

Η Ιστορία όμως δεν είναι ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ για να διαλέγεις από τα ράφια του ιστορικά προηγούμενα τα οποία να μοιάζουν με μια σημερινή κατάσταση και να τα επικαλείσαι επειδή σε βολεύουν. Από τη μία η Ελλάδα του Οκτωβρίου του ’40 δεν έχει σχέση με τη σημερινή. Οι Έλληνες του ’40 είχαν ζήσει πολέμους και την εκστρατεία στη Μικρά Ασία για να είναι σκληραγωγημένοι και τον τορπιλισμό της «Ελλης» στο λιμάνι της Τήνου για να υπάρχουν προηγούμενα με τους Ιταλούς. Πολίτες που είχαν πολεμήσει στην εκστρατεία του Σαγγαρίου, πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο. Για τους περισσότερους η ζωή στον στρατό μπορεί να ήταν λιγότερο σκληρή από τη ζωή στο χωριό τους. Η Ελλάδα του ’40 είχε πολεμικές εμπειρίες και μάλιστα πιο μακροχρόνιες από της Πολωνίας.

Από την άλλη υπάρχουν στοιχεία σύνδεσης. Μετά από 80 χρόνια η 28 Οκτωβρίου του 1940 εορτάζεται διατηρώντας το κεντρικό της νόημα. Της Ελλαδίτσας που μπορεί να γιορτάζει ακόμα και τις ήττες της. Φτάνει να άξιζαν τον κόπο. Της χώρας που κάποιοι θα θέλανε στα μέτρα τους, να φινλανδοποιείται για τα αναδρομικά στη σύνταξη. Σε κάποια πράγματα όμως δεν υπάρχουν πουρκουά και γιατί, πρέπει να τα κάνεις. Γιατί έτσι είμαστε, ρε γαμώτο.

Και το «Βάζει ο Ντούτσε την στολή του» είναι τραγούδι που ξέρει κάθε Eλληνόπουλο. Το τραγούδι που θυμάται να το παίζει το ραδιόφωνο όταν ήταν μικρός και τα παιδιά του να το λένε μεγαλώνοντας. Ξέρει ότι όταν ακουστεί είναι 28 Οκτωβρίου. Δεν τον νοιάζουν πολλά και δεν χρειάζεται να τα ψειρίσει. Του φτάνει ότι όταν του ζητήσανε οι Ιταλοί να περάσουν, ο Μεταξάς τους είπε «Όχι». Οσο και αν προσπάθησαν να την υποβαθμίσουν, να αντικαταστήσουν την επέτειο του ΟΧΙ με την απελευθέρωση της Αθήνας, και να δώσουν πολιτικά μηνύματα στο ΟΧΙ και την ίδια την λέξη, κάθε 28 Οκτωβρίου ξέρουμε τι γίνεται. Ο Ντούτσε θα φοράει την στολή του και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα θα πάει να πάρει. Βρε, τον φουκαρά.