Θα μπορούσε να είναι μια κάποια λύσις; Το δεύτερο σκέλος του συνθήματος στο πλακάτ του συνταξιούχου, όχι. Γιατί ουσιαστικά αναπαράγει αυτό που πρέπει να αλλάξει... | George Vitsaras / SOOC
Απόψεις

Τι συζητάμε και τι να κάνουμε για αυτή τη χώρα

Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται πλέον για τα σύμβολα. Πρέπει να προσδιορίσουμε τι συμφέρει τους πολίτες για το σήμερα και το αύριο και να τους δώσουμε τα εργαλεία να κάνουν υπεύθυνες επιλογές, να εμπιστευθούν εκείνους που φαίνονται ικανοί να φέρουν αυτό το έργο αποτελεσματικά εις πέρας
Θανάσης Κοντογεώργης

Το τελευταίο χρονικό διάστημα διεξάγεται μια δημόσια συζήτηση για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ήδη ή επιδιώκει μια πορεία σοσιαλδημοκρατικού εναγκαλισμού και κατά πόσο αυτή η εξέλιξη επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Αυτή η συζήτηση, βέβαια, φαίνεται να μην συγκινεί πολλούς πολίτες υπό το βάρος της δύσκολης καθημερινότητας και λόγω μιας γενικευμένης απόστασης από την πολιτική. Θα είχε, όμως, σημασία να εξετάσουμε τις πραγματικές αιτίες για τις οποίες ενθαρρύνεται αυτή η συζήτηση, πώς αυτές οι αιτίες καθορίζουν τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες σήμερα και αύριο και κυρίως να προσδιορίσουμε ποιο θα έπρεπε να είναι το κέντρο της δημόσιας συζήτησης σήμερα.

Η ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτή διαμορφώνεται από τον ηγετικό του πυρήνα, τις δημόσιες πολιτικές που ασκεί και τον πολιτικό λόγο που εκφέρει, απέχει σαφώς από τις ιστορικές κατακτήσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, δηλαδή τη θεσμική εμπέδωση της Δημοκρατίας μας, την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αργότερα στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Δεν διευκρινίστηκαν, δεν ξεκαθάρισαν ποτέ οι σχέσεις της σημερινής ηγετικής ομάδας με τη Δημοκρατία και την Ευρώπη. Μεγαλωμένοι πολιτικά στον αντισυστημικό χυλό της Γένοβας, δεν ήλθαν ποτέ αντιμέτωποι, πολιτικά και διαχειριστικά, με τα πραγματικά ζητούμενα της κοινωνικής πραγματικότητας. Η κατάρρευση του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης τους άφησε μετέωρους σε έναν κόσμο που δεν μπορούσαν να αναλύσουν.

Ήταν, όμως, τυχεροί μέσα στην ατυχία της χώρας μας. Η κρίση έφερε την ισοπέδωση, την αμφισβήτηση και απονομιμοποίηση των πάντων και οι ίδιοι αφέθηκαν στην αγκάλη του εθνολαϊκισμού, του μηδενισμού, της εύκολης ρητορείας, της υποδαύλισης παθών και κατώτερων ενστίκτων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινό νόμισμα δεν είναι για εκείνους απλώς ένα αναγκαίο κακό. Είναι ο ιστορικός συμβιβασμός για τη νομή της εξουσίας. Η Δημοκρατία μας δεν είναι η συλλογική κατάκτηση μιας κοινωνίας που πρέπει να διακρίνεται στη λειτουργία της δίνοντας ιστορικό βάθος στο παρόν της και επικαιροποιώντας το παρελθόν της. Είναι το λάφυρο που προέκυψε μέσα από μια διαδικασία θεσμικής, πολιτικής και κοινωνικής απονομιμοποίησης των συλλογικών κεκτημένων της Δημοκρατίας μας, που όταν αυτή -η διαδικασία- συνεχίζεται ως άσκηση εξουσίας επιφέρει την υποβάθμισή της.

Ανήλθαν στην εξουσία φορώντας τη λεοντή των ριζοσπαστών ανατροπέων της μεταπολίτευσης και τελικά αποδείχθηκαν φορείς των στρεβλώσεων, αρνητικών και φαύλων πρακτικών που αυτή γέννησε, μέσα στα άλλα πολλά καλά της.

Αυτή η πραγματικότητα είναι που αναδεικνύει τον ζήλο «κανονικοποίησης» του κυβερνώντος κόμματος δια της δήθεν σοσιαλδημοκρατικοποίησής του και ταυτόχρονα προσδιορίζει και την ανάγκη συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που, παρά τα μεγάλη λάθη τους, πιστώνονται τις κορυφαίες κατακτήσεις της χώρας μας. Κατακτήσεις, που δημιούργησαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ακόμα και ο χειρότερος και καταστροφικός για τη χώρα πολιτικός τυχοδιωκτισμός, αφού πρώτα άνθησε, τώρα πρέπει να περιοριστεί και να προσαρμοστεί. Πολλοί ρωτάνε «μα, δεν υπάρχουν, όμως, πλέον ιδεολογίες; Αριστερά και Δεξιά;».

Για πολλούς σκεπτόμενους πολίτες τα χρόνια που πέρασαν ήταν αποκαλυπτικά. Φανερώθηκαν οι πολιτικές που πέτυχαν και απέτυχαν, οι αιτίες της χρόνιας υστέρησης της χώρας, και, κυρίως, εμπεδώθηκε η αντίληψη ότι οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος έχουν καταπέσει. Άλλωστε, ο διαχωρισμός μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς και οι παραδοσιακές ιδεολογικές αντιθέσεις συγκάλυπταν εν μέρει την εμμονή μέρους του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίζει την κοινωνία αποκλειστικά ως πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης. Η συζήτηση γινόταν πολλές φορές για τα σύμβολα και όχι για το τι συμφέρει την ελληνική κοινωνία ενώ ταυτόχρονα είχε εδραιωθεί μια γενική αντίληψη ότι η συνέπεια, η ειλικρίνεια είναι παράγοντες που εξασφαλίζουν εκλογική αποτυχία, ότι πολιτικά αποδεκτό είναι ό,τι είναι αρεστό στους πολίτες και ότι αυτό που συμφέρει την κοινωνία είναι αυτό που ήταν αρεστό σε εκείνη.

Σήμερα, όμως, τα ζητούμενα είναι άλλα: Να ενισχύσουμε τη θεσμική θωράκιση της χώρας μας και να βρούμε πεδία σύγκλισης, χωρίς αγκυλώσεις και δογματισμούς, στις απαραίτητες θεσμικές αλλαγές που αφορούν την ποιότητα της Δημοκρατίας μας. Να προωθήσουμε πολιτικές για να ανατάξουμε την κοινωνία και την οικονομία, προκειμένου να έχουμε μια χώρα που θα μπορεί να αντιμετωπίζει το αύριο με μια νέα εθνική αυτοπεποίθηση μέσα από μια διαδικασία αυτοκάθαρσης, κριτικής και αυτογνωσίας για να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος. Να δημιουργήσουμε για την Ελλάδα σταθερές βάσεις ανάπτυξης και να τη συνδέσουμε αξιόπιστα με τα κέντρα που καθορίζουν τις παγκόσμιες εξελίξεις. Να προσδιορίσουμε τι συμφέρει τους πολίτες και τη χώρα μας για το σήμερα και το αύριο και να τους δώσουμε τα εργαλεία να κάνουν υπεύθυνες επιλογές, να εμπιστευθούν εκείνους που φαίνονται ικανοί να φέρουν αυτό το έργο αποτελεσματικά εις πέρας.

Αυτή είναι η δημόσια συζήτηση που πρέπει να ενθαρρύνουμε και αυτή είναι που μπορεί να κινητοποιήσει την κοινωνία, να αναδείξει και να σφυρηλατήσει τις απαιτούμενες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες.


*Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι νομικός και έχει διατελέσει νομικός σύμβουλος και σύμβουλος στρατηγικής προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων