Memorabilia από τη δεκαετία του '80 στην έκθεση στην Τεχνόπολη. Εγιναν και αυτά ένα εργαλείο του εκνευριστικού και όμως αποκαλυπτικού για την ψυχοσύνθεσή μας #θα σέβεστε | Nikos Libertas / SOOC
Απόψεις

Γιατί τέτοια μανία με το «θα σέβεστε»;

Δύο λεξούλες, ένα επικοινωνιακό τίποτα, που κατέκλυσε το Διαδίκτυο. Ομως το «θα σεβέστε» είναι και κάτι άλλο. Είναι το φινάλε που έλειπε από το «Οταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς τρώγατε βελανίδια». Η σλογκανοποιημένη εκφορά του
H Likeίστρια

Δεν πρόκειται καν περί μόδας αφού ήδη φαίνεται ότι εκτονώνεται ξεπερνώντας, ως προς το βραχύβιον, ακόμη και την περίφημη αναφορά του Κοκτώ: «Μην κατηγορείτε τις μόδες. Οι καημένες πεθαίνουν τόσο νέες». Ενα ιντερνετικό μιμίδιο είναι, δηλαδή ένα επικοινωνιακό τίποτα. Δύο λεξούλες. Ενα μόριο και ένα ρήμα στην προστακτική. Που εν μια νυκτί κατέκλυσαν το Διαδίκτυο, δημιουργώντας –όπως κατά κανόνα συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις– δυο αντίπαλες ομάδες. Αυτούς που το αναπαράγουν με, λιγότερο ή περισσότερο εμπνευσμένο, χιούμορ και ενθουσιασμό και αυτούς που τους εκνευρίζει. «Θα σέβεστε». Εν είδει σοσιαλμιντιακού hashtag. Με αυτοσαρκαστική αναφορά στο «μακρύ ζεϊμπέκικο για το παρελθόν» όποιου το γράφει. Μια σαχλαμαρίτσα δηλαδή.

Κι αυτή η σαχλαμαρίτσα, που κυκλοφορούσε ως τώρα αραιά και πού στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, έγινε η μασκότ του αποκριάτικου τριήμερου. Ο λόγος μοιάζει προφανής. Δεν χρειάζεται να ξύσεις πολύ την επιφάνεια της επικαιροποιημένης φράσης (μου λένε ότι έγινε reloaded όταν την είπε κάποιος από τους παίχτες του «Survivor» αλλά τι σημασία έχει;) για να ανακαλύψεις από κάτω ένα κλισέ της εθνικής μας λαϊκίστικης παθογένειας. Το «θα σεβέστε» είναι σαν το φινάλε που έλειπε από το «Οταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, εσείς τρώγατε βελανίδια». Η σλογκανοποιημένη εκφορά του. Το ηθικό του δίδαγμα. Ο εξαναγκασμός του σεβασμού εκ μέρους της Υφηλίου γιατί ο νέος είναι ωραίος αλλά ο παλιός είναι αλλιώς.

Δεν το έχει πει περιφραστικά και ο σημερινός Πρωθυπουργός, όταν ακόμη ήταν αρχηγός της αντιπολίτευσης, σε συνέντευξή του στο Stern, δείχνοντας στον δημοσιογράφο τη θέα του γραφείου του προς την Ακρόπολη; «Το πλεονέκτημά μου απέναντι στην κυρία Μέρκελ είναι ότι εγώ από το παραθυρό μου έχω θέα σε 2.500 χρόνια ιστορίας της Δημοκρατίας ενώ εκείνη μόνο στο Ράιχσταγκ». Αν είχε τότε τον Καρανίκα, με χαρά θα πόσταρε κάτω από τη διαδικτυακή αναπαραγωγή της φράσης του και ένα #θα σέβεστε. Θα μπορούσε ακόμη να επιστρατευτεί ως διαπραγματευτικό ατού στον υπέρ φέτας αγώνα. «Οταν εμείς τυροκομούσαμε φέτα, οι Καναδοί δεν ήξεραν πώς να αρμέξουν τις αγελάδες #θα σέβεστε». Ενώ έχω την εντύπωση ότι ο Αδωνις Γεωργιάδης, στις εξάρσεις του, ύστερα από κάθε αποστροφή του λόγου του, θα λέει από μέσα του και ένα #θα σέβεστε.

Κι ύστερα έρχεται ο αυτοσαρκασμός, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, η μεταμφιεσμένη σε χιούμορ σοβαρότητα να μην παίρνεις τα του εαυτού σου και πολύ στα σοβαρά, που εκτονώνει και απελευθερώνει. Και πήραν φωτιά τα πληκτρολόγια και ανασύρθηκαν οι αναμνήσεις και κεφαλαιοποιήθηκαν προς στιγμή οι γραφικότητες της νιότης. Δεν είχαμε και τι άλλο να κάνουμε, είχε και συννεφιά, ο Πολάκης δεν έβρισε αυτό το Σαββατοκύριακο, ο Σπαλιάρας δεν έκανε καμμία δήλωση από τον Αγιο Δομήνικο, ο Ζουράρις εξαντλήθηκε, ο «πλούσιος δολοφόνος της ασφάλτου με την Πόρσε» δεν είχε ακόμη εγείρει την ταξική ανθρωποφαγία στα timeline μας. Και ήταν κι αυτοί που δεν πρόλαβαν να σκεφτούν μια χαριτωμενιά, κάτι το πρωτότυπο και σαρκάζουν αυτούς που αυτοσαρκάζονται. Μόνο που σαρκάζοντες και αυτοσαρκαζόμενοι στο ίδιο έργο θεατές είναι. Είμαστε.

Ψυχραιμία παιδιά, ένα αστείο είναι. Σε τρεις μερούλες θα έχει ξεχαστεί. Και σε κάμποσους μήνες, έτσι όπως ο διαδικτυακός χρόνος σου δίνει ενίοτε την εντύπωση ότι πολλαπλασιάζεται επί των χρηστών του, κάποιος θα γράψει στα social media: «Εχω κάνει like στις πρώτες αναρτήσεις του θα σέβεστε. #θα σέβεστε».