Ενα παγκάκι στο Μάτι. Μετά τον όλεθρο. Αραγε είχαν καθήσει εκεί οι δύο που δεν τους ψάχνει κανείς; | REUTERS/Costas Baltas
Απόψεις

Οι αζήτητοι

Δύο «αταυτοποίητοι» νεκροί στο Μάτι είναι η είδηση που σε αφήνει άλαλο. Ποιοι ήταν; Ηταν ο αδύναμος χωρίς συγγενείς γεράκος του διπλανού αυθαιρέτου; Ηταν η γηραιά μοναχική κυρία της πάνω γειτονιάς; Ηταν ένας τυχαίος άτυχος περαστικός; Ηταν ένα αλλοδαπό, από την άκρη του κόσμου, εργατάκι;
Στάθης Παχίδης

Σε αυτό το αναπάντεχα μολυβί καλοκαίρι που ζούμε, είναι πια ταχύτατη η διαδοχή δραμάτων που εξελίσσονται δίπλα μας, ακόμη και αυτή τη στιγμή, αρκετές μέρες μετά τις φλόγες. Καταφέραμε βέβαια ήδη σαν κοινωνία το ακατόρθωτο: ακόμη κι ένα βαρύτατο πένθος 88 νεκρών της διπλανής πόρτας, αντί να μας ενώσει, ελληνοπρεπέστατα να μας διχάσει. Αυτό είναι το σίγουρο, το διαχρονικό μας δράμα.

Κι αν τόσα αστήριχτα, προσβλητικά και διχαστικά ακούγονται από ειδήμονες τάχα πυρολόγους, δήθεν πολεοδόμους, λίγο αυθαιρετούχους και πολύ πολιτικούς, μια ακόμη πιο αβάσταχτη σιωπή, μια βαριά μουγκαμάρα αιδημοσύνης επιβάλλεται στο άκουσμα της τελευταίας είδησης: υπάρχουν ακόμα δύο σοροί, δυο νεκροί που παραμένουν αταυτοποίητοι. Μία σορός φέρεται να ανήκει σ’ αγνοούμενο κατά δήλωση φιλικού προσώπου αλλά δεν έχουν βρεθεί συγγενείς μέχρι τώρα για επιστημονική ταυτοποίηση και μία άλλη ενός πλήρως άγνωστου ανθρώπου.

Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Ποιος ήταν ο δρόμος τους, ο χωροχρόνος τους, το χνάρι τους, το αποτύπωμά τους; Από πού ξεκίνησαν, πού πήγαιναν και πώς και γιατί βρέθηκαν εκεί την ώρα του ολέθρου;

Ποιοι και πού ήταν οι δικοί τους, όσοι κάτι θα είχαν να πουν γι’ αυτούς και γιατί δεν φάνηκαν ως τώρα; Γιατί κανείς τόσες μέρες μετά, δε νοιάστηκε, δε τους έψαξε, δεν τρελάθηκε;

Ηταν ο αδύναμος χωρίς συγγενείς γεράκος του διπλανού αυθαιρέτου; Ηταν η γηραιά μοναχική κυρία της πάνω γειτονιάς; Ηταν ένας τυχαίος άτυχος περαστικός; Ηταν ένα αλλοδαπό, από την άκρη του κόσμου, εργατάκι, που πάλευε για μεροκάματο με μερεμέτια και πώς να ξέρουν οι δικοί του στην άλλη άκρη της γης, τι του συνέβηκε; Μήπως αυτοί οι δυο αταυτοποίητοι γνωρίζονταν ή ήταν μαζί; Άνθρωποι σα σκιές, που πέρασαν από δω, δίπλα μας κι έφυγαν αζήτητοι, χωρίς κανείς να τους ψάξει μέχρι στιγμής, μέσα στον καπνό και την τήξη της λαίλαπας.

Ολες οι εκδοχές και όλα τα πιθανά σενάρια σίγουρα ωχριούν μπρος στην πραγματικότητα, που αντιμετώπισαν οι μάρτυρες, που απανθρακώθηκαν στο Μάτι. Κι όμως πέρα από το αποτρόπαιο ενός θανάτου από φωτιά, που σε κανέναν δεν αξίζει, οι δυο αταυτοποίητοι έρχονται να μεγενθύνουν το δράμα και να δώσουν την άλλη, ακόμη πιο τραγική διάσταση: σε μια τόσο άδικη και φριχτή αναχώρηση, το να είσαι ο κανένας, ο αταυτοποίητος, ο μοναχός, χωρίς κάποιον να σε αναζητήσει, να τρελαθεί, να φοβηθεί ή να πει κάτι για σένα, είναι διπλά ασήκωτο, είναι ένας διπλός θάνατος.

Οι δυο αζήτητοι πιθανόν να είχαν αναχωρήσει πριν απανθρακωθούν. Από τα αζήτητα της ζωής πέρασαν –αδιάψευστα αλλά και χωρίς στοιχεία– στα αζήτητα του νεκροτομείου και του θανάτου.