Απόψεις

Ο Τραμπ με τα μάτια μιας Ρωσίδας

Τα πιο άσχημα και ακραία χαρακτηριστικά της ρωσικής πολιτικής σκηνής ανιχνεύονται στον αμερικανό υποψήφιο: το Μεγάλο Ψέμα, οι σκοτεινές συμφωνίες με τους ολιγάρχες, οι κατά Λένιν «χρήσιμοι ηλίθιοι», ο Ρούπερτ Μέρντοκ και οι βαρόνοι των Ρεπουμπλικανών που πρέπει να υψώσουν τη φωνή τους απέναντι στον υποψήφιό τους...
Νίνα Χρούστσεβα

Είμαι Αμερικανίδα γεννημένη στη Μόσχα. Εξαιτίας αυτού, η αμερικανικότητά μου, αντίθετα από αυτήν του Ωγκι Μαρτς του Σολ Μπέλοου (σ.σ. «Οι περιπέτειες του Ωγκι Μαρτς» του Σολ [Σαούλ] Μπέλοου, Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ το 1953), κάποτε έγινε αφορμή για μια πανεθνική συζήτηση στη Ρωσία. Σε ορισμένα μέρη τα σχολικά βιβλία ρωτούσαν τους μαθητές αν ήταν σωστό ή λάθος για τη Νίνα Χρούστσεβα να γίνει Αμερικανίδα. Σας αφήνω να μαντέψετε ποια θέση υποστήριξαν οι περισσότεροι, ειδικά εκείνοι της σοβιετικής γενιάς.

Ενώ μπορείτε να βγάλετε μια Ρωσίδα από την πατρίδα της, εντέλει δεν μπορείτε να βγάλετε τη Ρωσία από μέσα της. Οπότε σε μια εποχή που η πολιτική των ΗΠΑ έχει λάβει τέτοια αλλόκοτη στροφή, ίσως η ρωσική οπτική μου μπορεί να βοηθήσει τους συμπατριώτες μου τους Αμερικανούς να βγάλουν κάποια άκρη.

Πράγματι, από τη μεριά που τα βλέπω, πολλά από τα πιο άσχημα και πιο ακραία χαρακτηριστικά της ρωσικής πολιτικής σκηνής μοιάζουν να είναι παρόντα και στις ΗΠΑ. Το Μεγάλο Ψέμα, το οποίο εφευρέθηκε στη ναζιστική Γερμανία, τελειοποιήθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μεταχειρίζεται επιδέξια ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, είναι σήμερα ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ για την προεδρία.

Οι «χρήσιμοι ηλίθιοι»

Ως τώρα ο Τραμπ κατάφερνε να ξεφύγει με τα ψέματά του. Τα ΜΜΕ σε μεγάλο βαθμό ήταν αυτό που ο Λένιν ονόμαζε «χρήσιμοι ηλίθιοι», τόσο πρόθυμα να χρησιμοποιήσουν τον Τραμπ για να ενισχύσουν τις θεαματικότητες – αναγνωσιμότητές τους ώστε δεν παρατήρησαν (ή, δεν τους ένοιαζε) ότι ενίσχυαν και τη δική του αποδοχή. Δεν είναι καν έκπληξη, λοιπόν, το ότι ο αποθρασυνμένος Τραμπ «σερβίρει» ψέματα με ένα θράσος που κόβει την ανάσα όλο και περισσότερο.

Για παράδειγμα, ενώ για χρόνια ήταν ηγέτης των Birther, του κινήματος για το πιστοποιητικό γέννησης του Ομπάμα, το οποίο υποστήριζε ότι ο Πρόεδρος δεν γεννήθηκε στις ΗΠΑ και άρα είχε συνταγματικό κώλυμα για την ανάληψη του αξιώματος, ο Τραμπ δήλωσε ότι στην πραγματικότητα ήταν η αντίπαλός του, η Χίλαρι Κλίντον, που είχε επινοήσει και αρχίσει αυτή την αμφιλεγόμενη ιστορία το 2008. Επαφιόταν προφανώς στον Τραμπ να την «τελειώσει». «Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα», δήλωσε θριαμβευτικά (λες και υπήρχε ποτέ πραγματικά κάποια αμφιβολία), «γεννήθηκε στις ΗΠΑ. Τελεία και παύλα».

Μερικοί λένε ότι στον απόηχο αυτής της επιδέξιας ψευδολογίας, τα ΜΜΕ τα βάζουν με τον Τραμπ. Πράγματι, ο ισχυρισμός του περί Birther και Κλίντον απλώς φαινόταν πολύ γελοίος για να περάσει έτσι. Και πάντως, η αποδοχή του Τραμπ στις πανεθνικές δημοσκοπήσεις παραμένει ισχυρή, πράγμα που δείχνει ότι πολλοί από τους υποστηρικτές του είναι πρόθυμοι να πιστέψουν – ή τουλάχιστον να παραβλέψουν – τα κατάφωρα ψεύδη του

Οι συντηρητικοί δικαστές των ΗΠΑ

Εν μέρει, αυτό μπορεί να αντανακλά άλλο ένα ρωσικού τύπου χαρακτηριστικό αυτής της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ, τη δύναμη των ολιγαρχών. Ο πρώτος μετασοβιετικός πρόεδρος της Ρωσίας, ο Μπόρις Γιέλτσιν, έκλεισε συμφωνίες με τους πλουσιότερους πολίτες της χώρας: θα χρηματοδοτούσαν την εκστρατεία του για την επανεκλογή του με αντάλλαγμα την προνομιακή πρόσβαση στα «ασημικά» της ρωσικής βιομηχανίας όταν θα ιδιωτικοποιούνταν.

Εξίσου σκοτεινές συμφωνίες γίνονται σήμερα στις ΗΠΑ, χάρη σε μια άλλη ομάδα χρήσιμων ηλίθιων: τους συντηρητικούς δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ οι οποίοι έδωσαν στην Αμερική την διαβόητη απόφαση Citizens United το 2010. Η απόφαση για επέκταση της συνταγματικής προστασίας της ελευθερίας του λόγου στις δωρεές για τις πολιτικές εκστρατείες αφαίρεσε κάθε περιορισμό κατά της δύναμης του χρήματος στην αμερικανική πολιτική. Στη Ρωσία, οι ολιγάρχες είναι υπόλογοι στον Πούτιν. Αντίθετα, στις ΗΠΑ φαίνεται ότι οι πολιτικοί είναι υπόλογοι στους ολιγάρχες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να χειραγωγήσουν απλούς πολίτες.

Πρώτο δείγμα ο Ρούπερτ Μέρντοκ, πρόεδρος και πρώην διευθύνων σύμβουλος της News Corporation και της 21st Century Fox. Με τα χρόνια, οι εφημερίδες του Μέρντοκ έπαιξαν βασικό ρόλο στη σπίλωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στο να επέλθει τον Ιούνιο η ψήφος για το Brexit. Τώρα που ο Μέρντοκ έχει αναλάβει διευθύνων σύμβουλός στο Fox News σε αντικατάσταση του Ρόμπερτ Εϊλ (αφότου ο Εϊλ παραιτήθηκε εν μέσω δίνης καταγγελιών για σεξουαλικής φύσης παραπτώματα) φαίνεται να έχει βαλθεί να εξαναγκάσει τους αμερικανούς ψηφοφόρους να κάνουν μια εξίσου καταστροφική επιλογή. Πράγματι, από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιούλιο, το Fox News μιλά μόνο για τον Τραμπ και όχι για τις ειδήσεις. Οι παρουσιαστές που κάποτε εξέφραζαν ανησυχίες για τον Τραμπ, τώρα έχουν να πουν μόνο κοινοτοπίες. Οσο για τον Εϊλ, συμβουλεύει ανοιχτά την καμπάνια του Τραμπ.

Η «σιωπή των κριών»

Ισως ο πιο απογοητευτικός παραλληλισμός ανάμεσα στο παρελθόν της Ρωσίας και το παρόν της Αμερικής είναι αυτό που αποκαλώ «σιωπή των κριών»: η άρνηση ατόμων με επιρροή να ορθώσουν ανάστημα και να σταματήσουν την παραφροσύνη. Στη Ρωσία του 1917, η Οκτωβριανή Επανάσταση σε μεγάλο βαθμό πέτυχε επειδή οι αντίπαλοί των Μπολσεβίκων, που συχνά ήταν πολύ απασχολημένοι με την προστασία της δικής τους θέσης και του δικού τους κύρους, δεν κατάφεραν να ενωθούν εναντίον τους.

Σήμερα στις ΗΠΑ Ρεπουμπλικάνοι με επιρροή ακολουθούν λίγο πολύ τον ίδιο δρόμο. Σίγουρα, ορισμένοι κορυφαίοι Ρεπουμπλικάνοι εκφράζουν ανοιχτά την αντίθεσή τους στον Τραμπ. Ο πρώην κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μιτ Ρόμνεϊ εργάστηκε σκληρά τους τελευταίους μήνες για να εκθέσει τον Τραμπ και την επικίνδυνη απάτη που αποτελεί.

Επιπλέον, 50 Ρεπουμπλικανοί, ανώτεροι αξιωματούχοι στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, έχουν υπογράψει επιστολή και προειδοποιούν ότι ο Τραμπ «θα βάλει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και την ευημερία της χώρας μας». Οι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιαμ και Μπεν Σας επίσης έχουν αποκηρύξει τον Τραμπ ως απειλή για την ελευθερία των ΗΠΑ και για την παγκόσμια ειρήνη. Και ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Μπους (ο πρεσβύτερος) φέρεται ότι θα ψηφίσει την Κλίντον. Αυτοί οι Ρεπουμπλικάνοι δείχνουν αληθινό πατριωτισμό, βάζοντας τη χώρα πάνω από το κόμμα.

Γιατί κρύβεται ο Πολ Ράιαν;

Τι γίνεται όμως με τον Πολ Ράιαν, το σημερινό πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων; Αν ο Ράιαν είναι πραγματικά το καλό καθολικό παιδί, όπως αρέσκεται να παρουσιάζει τον εαυτό του, γιατί δεν έχει καταγγείλει τις ξενοφοβικές δηλώσεις του Τραμπ, το όλο και πιο στενό φλερτ με τη ρατσιστική «εναλλακτική Δεξιά», τις ανέντιμες επιχειρηματικές πρακτικές, και τις ασυνάρτητες θέσεις της εξωτερικής πολιτικής; Αντίθετα, ενεργεί σαν να είναι ο Τραμπ άξιος να γίνει πρόεδρος και ρισκάρει να χάσει τη χώρα του (αν όχι την ψυχή του) ακριβώς γιατί ο Τραμπ θα μπορούσε να εφαρμόσει ορισμένες πολιτικές που υποστηρίζει ο Ράιαν.

Και, τέλος, πού είναι οι πολυάριθμοι «βαρόνοι» του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος; Αν θέλουν να εμποδίσουν τον Τραμπ από το να σφαγιάσει τη φήμη του κόμματος -και το μέλλον της χώρας τους- καλύτερα να παρέμβουν σύντομα.

Και πάλι όμως ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο νεότερος παραμένει στο περιθώριο, φαινομενικά περισσότερο πικραμένος επειδή ο Τραμπ νίκησε τον αδελφό του Τζεμπ στις προκριματικές εκλογές παρά αναστατωμένος από την απειλή που συνιστά. Ο Τζέιμς Μπέικερ, ο οποίος υπηρέτησε τόσο τον Ρόναλντ Ρέιγκαν όσο και τον Τζορτζ Μπους σε υψηλότατες θέσεις, δεν έχει πει δημοσίως ούτε μια λέξη, όπως και οι Τζορτζ Σουλτς, Χένρι Κίσινγκερ, Κοντολίζα Ράις, ή ακόμα και ο Ντικ Τσένι. Γνωρίζουμε ότι ο Κόλιν Πάουελ απεχθάνεται τον Τραμπ, αλλά μόνο επειδή τα email του είχαν διαρρεύσει.

Οταν παραιτήθηκε ο Γέλτσιν, άφησε τη Ρωσία στο έλεος του διαδόχου που διάλεξε ο ίδιος, του Πούτιν. Για χάρη της τιμής και της υπόληψης του κόμματός τους και της δική τους, οι βαρόνοι πρέπει τώρα να αποκηρύξουν ανοιχτά τον Τραμπ, ώστε να μην πλήξει μια παρόμοια ζημιά τη δική τους -αλλά και δική μου- χώρα.

© The Project Syndicate


* Η Νίνα Χρούστσεβα είναι δισεγγονή του πρώην ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσόφ. Ζει στις ΗΠΑ όπου διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο πανεπιστήμιο New School της Νέας Υόρκης. Είναι επίσης στέλεχος του ινστιτούτου World Policy