2267
| Alexandros Michailidis / SOOC

Ο serial killer ως θεατρικός ήρωας

Αριστείδης Χατζής Αριστείδης Χατζής 31 Ιανουαρίου 2016, 21:23

Ο serial killer ως θεατρικός ήρωας

Αριστείδης Χατζής Αριστείδης Χατζής 31 Ιανουαρίου 2016, 21:23

Τον Μάιο του 1965, στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, συμμετέχει μια ελληνική ταινία. Πρόκειται για την «Προδοσία», σκηνοθέτης της οποίας είναι ο Κώστας Μανουσάκης (ένα μεγάλο ταλέντο η καριέρα του οποίου θα λήξει άδοξα ένα χρόνο αργότερα). Ο Μανουσάκης γράφει το σενάριο σε συνεργασία με τον μεγάλο έλληνα συγγραφέα και μεταφραστή Άρη Αλεξάνδρου. Το βασίζουν σε μια ιστορία που τους παραχωρεί ένας άλλος σημαντικός συγγραφέας και ηθοποιός, ο Νότης Περγιάλης. Στην ταινία πρωταγωνιστούν πέντε μεγάλοι έλληνες ηθοποιοί: Πέτρος Φυσσούν, Μάνος Κατράκης, Δημήτρης Μυράτ, Έλλη Φωτίου και Ζωρζ Σαρρή. Η ταινία βραβεύεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από μια επιτροπή που έχει πρόεδρο τον Ηλία Βενέζη και μέλη, μεταξύ άλλων, την ηθοποιό Μαίρη Αρώνη, τον Γιώργο Τζαβέλλα (σκηνοθέτη των ταινιών «Κάλπικη Λίρα» και «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»), τον συγγραφέα Γιάννη Μαρή και άλλα επτά άτομα, μεταξύ των οποίων και ο διορισμένος «κυβερνητικός επίτροπος». Η ταινία λαμβάνει επίσης το βραβείο καλύτερης ταινίας από την ένωση των ελλήνων κριτικών κινηματογράφου, ένα ειδικό βραβείο «Ειρήνης» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας ενώ προτείνεται επίσημα από το ελληνικό κράτος στην Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου για το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας (αν και τελικά δεν επιλέγεται στις υποψηφιότητες).

Η «Προδοσία» θα προβληθεί στους αθηναϊκούς κινηματογράφους στις 23 Νοεμβρίου του 1964 και μέσα σε λίγες εβδομάδες θα τη δουν σε πρώτη προβολή, σε Αθήνα και Πειραιά, μισό εκατομμύριο θεατές. Έτσι όταν τον Μάιο του 1965 η ταινία εκπροσωπεί την Ελλάδα στις Κάννες πολλοί περιμένουν να διακριθεί. Μεταξύ των άλλων και η ανταποκρίτρια της Καθημερινής, η Ρωζίτα Σώκου, που βλέπει την ταινία στην πρεμιέρα μαζί με τον Μανουσάκη, τον Φυσσούν και τη Φωτίου.

Όμως η αντίδραση του κοινού είναι τρομακτικά αρνητική, όπως διηγείται η Σώκου. Στη μέση της ταινίας αρχίζουν τα γιουχαΐσματα, τα σφυρίγματα και οι διαμαρτυρίες. Οι Ελληνες βουλιάζουν στα καθίσματα σοκαρισμένοι. Στο τέλος της ταινίας το κοινό είναι χωρισμένο. Αρκετοί χειροκροτούν, αλλά πολλοί συνεχίζουν να αποδοκιμάζουν έντονα και επιθετικά.

Για να καταλάβετε την αντίδραση του κοινού στις Κάννες θα πρέπει να σας περιγράψω την υπόθεση. Ένας Γερμανός αξιωματικός (Φυσσούν), στη διάρκεια της κατοχής, κατοικεί στο επιταγμένο σπίτι ενός έλληνα καθηγητή πανεπιστημίου (Κατράκης). Ο Γερμανός είναι ιδιαίτερα καλλιεργημένος, ευγενής, φέρεται με διακριτικότητα και σεβασμό στην οικογένεια και τελικά ερωτεύεται την ανιψιά του καθηγητή (Φωτίου) που μένει στο ίδιο σπίτι. Όμως η κοπέλα είναι στην πραγματικότητα Εβραία που ο καθηγητής και η σύζυγός του (Σαρρή) προσπαθούν να σώσουν από το Ολοκαύτωμα παρουσιάζοντάς την ως συγγενή τους. Η κοπέλα, ερωτευμένη κι αυτή με τον γερμανό αξιωματικό, αποφασίζει να του αποκαλύψει την αλήθεια πριν παντρευτούν. Όμως ο Γερμανός είναι φανατικός ναζί. Την παραδίδει στην Γκεστάπο αν και παραμένει απελπισμένα ερωτευμένος μαζί της.

[Μπορείτε να δείτε ολόκληρη την ταινία εδώ]

Γιατί να γιουχάρουν αυτήν την ταινία στις Κάννες; Διότι ο Μανουσάκης κάνει κάτι εξαιρετικά τολμηρό. Προσπαθεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του νεαρού γερμανού αξιωματικού Καρλ Φον Στάιν. Και για να το πετύχει χρησιμοποιεί άφθονο ναζιστικό προπαγανδιστικό υλικό που του εξασφαλίζει ο δαιμόνιος παραγωγός του, ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης. Μεγάλο μέρος του υλικού αυτού (όπως οι σκηνές από την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ«Ο Θρίαμβος της Θέλησης») ήταν τότε απαγορευμένο σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Το υλικό αυτό μάλιστα καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ταινίας, σχεδόν το 20% της διάρκειάς της.

Στην ανταπόκριση της Ρωζίτας Σώκου για την Καθημερινή (18/5/1965) αναφέρεται ότι πολλοί θεατές αντιμετώπισαν την ταινία ως ύμνο στο ναζισμό. Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, «o σκηνοθέτης κ. Κώστας Μανουσάκης αντεστήθη ηρωικώς, τελικώς δε επέτυχε να κερδήση τους περισσοτέρους, επεξηγήσας ότι επεδίωξε ακριβώς να δείξη την δηλητηριώδη γοητείαν του ναζισμού.»

Όμως, όπως είδαμε, η ίδια ταινία στην Ελλάδα αποθεώθηκε, υιοθετήθηκε και προωθήθηκε από κρατικές επιτροπές, κριτικούς και κοινό. 20 χρόνια μόλις μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, στη χώρα με τις περισσότερες απώλειες ανά κάτοικο στην Ευρώπη, μετά τη Σοβιετική Ένωση. Μια ταινία που προσπαθούσε να κατανοήσει τη συμπεριφορά ενός φανατικού ναζί. Που χρησιμοποιούσε απαγορευμένο αλλά και καταραμένο υλικό με πρωταγωνιστή έναν ψυχοπαθή δικτάτορα που αιματοκύλισε την υφήλιο και κυρίως την Ελλάδα. Προσέξτε και το εξής: Η επιλογή αυτής της ταινίας από το ελληνικό κράτος για τα Όσκαρ δεν ήταν πολιτικά ανώδυνη. Προτιμήθηκε έναντι μιας άλλης εξαιρετικής ταινίας, πολιτικά όμως πιο ορθής («Διωγμός» του Γρηγόρη Γρηγορίου με τον Φυσσούν και πάλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο), που είχε ως θέμα της τη μικρασιατική καταστροφή.

Πώς είναι δυνατόν η ελληνική κοινωνία να ήταν τόσο πιο ώριμη, νηφάλια, προοδευτική και ανεκτική το 1965, δηλαδή πριν από 50 χρόνια;

Σήμερα, αντίθετα, έχουμε αυτήν τη θλιβερή ιστορία φανατισμού, μισαλλοδοξίας και λογοκρισίας. Και γενικότερα δυσανεξίας σ’ αυτό που ο John Stuart Mill θεωρεί ότι είναι υποχρέωσή μας να εξασφαλίσουμε σε μια φιλελεύθερη κοινωνία: την «ηθική σύγκρουση» (moral confrontation, όπως το ονόμασε πολύ αργότερα ο Jeremy Waldron). Γιατί σε μια πραγματικά φιλελεύθερη κοινωνία τίποτα δεν πρέπει να απαγορεύεται αν δεν βλάπτει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο (και η βλάβη εδώ ερμηνεύεται όσο συσταλτικά γίνεται). Στη φιλελεύθερη κοινωνία η έκφραση πρέπει να είναι ελεύθερη ακόμα κι αν προσβάλλει ακραία. Η προστασία αυτή οφείλει να είναι σχεδόν απόλυτη σε δύο περιπτώσεις: στον πολιτικό λόγο και στην τέχνη. Ακόμα και για τους ναζί; Ναι. Ακόμα και για τους τρομοκράτες; Ναι.

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται επιπλέον να σας εξηγήσω πόσο σημαντική είναι για την τέχνη η ενσυναίσθηση (empathy). Δηλαδή η ικανότητα να τοποθετείς τον εαυτό σου στη θέση του άλλου, να ταυτίζεσαι συναισθηματικά μαζί του, να κατανοείς ή να αισθάνεσαι τι βιώνει ένα άλλο ον, να καταλαβαίνεις τις σκέψεις, τη συμπεριφορά, τη θέση και τα κίνητρά του. Να βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Όπως καταλαβαίνετε, δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ενσυναίσθηση, δεν υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία, δεν υπάρχει πρόσληψη της τέχνης. Δεν υπάρχει δημιουργός, θεατής, αναγνώστης, ακροατής.

Ποιος έχει δει το αριστούργημα των Oliver Hirschbiegel (σκηνοθεσία) και Bernd Eichinger (σενάριο), «Der Untergang» (2004, στα ελληνικά «Η Πτώση») με θέμα τις τελευταίες ημέρες του Αδόλφου Χίτλερ στο οχυρωμένο υπόγειο καταφύγιό του, χωρίς να νιώσει τα πιο αντικρουόμενα συναισθήματα; Ποιος μπόρεσε να αντισταθεί στη μεγαλειώδη ερμηνεία του Bruno Ganz που σε πείθει ότι ο Χίτλερ ήταν τελικά κι αυτός ένα ανθρώπινο ον; Ο εξανθρωπισμός του Χίτλερ στην ταινία προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις. Αλλά όπως έγραψε ο ιστορικός Ian Kershaw στον Guardian, αυτή η ταινία μας λέει πολλά για την αυτοπεποίθηση που έχει μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Μια αυτοπεποίθηση που προφανώς στην Ελλάδα μας λείπει.

Πολλοί θεωρούν, λανθασμένα, ότι η τέχνη όταν μεταφέρει ένα πολιτικό μήνυμα δεν αξίζει την ίδια προστασία. Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν υπάρχει καθαρή τέχνη. Νομίζω πως όχι, αλλά δεν χρειάζεται να δούμε τις οριακές περιπτώσεις. Από τον φασίστα αντισημίτη Ezra Pound, τον ρατσιστή D.W. Griffith και τη ναζί Λένι Ρίφενσταλ μέχρι τον προπαγανδιστή του σταλινισμού Σεργκέι Αϊζενστάιν και τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, τον κολλητό του μακροβιότερου δικτάτορα στον πλανήτη Φιντέλ Κάστρο, η τέχνη έχει λερωθεί συχνά από τη συνάφειά της με την πολιτική. Παραμένει όμως τέχνη υψηλής ποιότητας, ακόμα κι όταν είναι στρατευμένη.

Ας πάμε τώρα στο επίμαχο περιστατικό στο Εθνικό Θέατρο.

Δεν έχω δει το θεατρικό έργο «Ισορροπία του Νash» της Πηγής Δημητρακοπούλου και δεν έχω άποψη για το περιεχόμενο ή την ποιότητά του. Ομολογώ επίσης ότι δεν έχω κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να το δω. Η ζωή είναι πολύ μικρή, τα καλά θεατρικά έργα αρκετά και οι αθηναϊκές σκηνές πολλές.

Η συγγραφέας κατηγορήθηκε γιατί στο υλικό που χρησιμοποίησε περιλαμβάνεται και το βιβλίο του Σάββα Ξηρού. Υποθέτω ότι η κριτική θα ήταν σκληρή έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν το έργο είχε ανέβει σε ιδιωτική σκηνή. Το γεγονός ότι το έργο ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο προκάλεσε επιπλέον κριτική. Πώς είναι δυνατόν να ανέβει από το Εθνικό Θέατρο (με τα λεφτά των φορολογουμένων) αυτή η παράσταση;

Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής είναι δικαιολογημένο και αναμενόμενο. Ένα μέρος της επίσης το ασπάζομαι κι εγώ. Για μένα ο Σάββας Ξηρός είναι ένας serial killer. Όπως ολόκληρη η συμμορία της 17 Νοέμβρη. Όσα κείμενά τους έχω διαβάσει δεν έχουν το ελάχιστο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν αναπαραγωγή αυτού του αχταρμά εθνικιστικού αριστερισμού που δεν απέχει πολύ από την κυρίαρχη εθνική μας ιδεολογία (ανορθολογισμός, αντιδιαφωτισμός, αντιδυτικισμός, μισαλλοδοξία, ξενοφοβία, σχετικοποίηση της βίας, φόβος απέναντι στην ανοικτή κοινωνία, τεχνοφοβία, πατερναλισμός, ηθικισμός και συνωμοσιολογία). Η κυρία Δημητρακοπούλου προφανώς βρήκε ενδιαφέροντα κάποια κείμενα του Ξηρού. Δεν μου πέφτει λόγος. De gustibus non disputandum est.

Άλλωστε κι εγώ ζητώ από τις φοιτήτριες και τους φοιτητές μου να διαβάσουν την απολογία του Δημήτρη Κουφοντίνα μαζί με εκείνες του Hermann Göring και του Γεωργίου Παπαδόπουλου όταν συζητάμε τις πολιτικές δίκες στα κράτη δικαίου. Και παρουσιάζω όσο καλύτερα μπορώ τα επιχειρήματα της υπεράσπισης των ναζί όταν συζητώ τη Δίκη της Νυρεμβέργης.

Υποθέτω ότι πολλοί θα μου επισημάνουν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και της καλλιτεχνικής διαδικασίας. Επιπλέον, θα ισχυριστούν ότι η κυρία Δημητρακοπούλου υπερασπίζεται, μέχρι ένα βαθμό, τον Ξηρό. Ούτε αυτό με εντυπωσιάζει. Όπως είδαμε είναι συνηθισμένο στην καλλιτεχνική δημιουργία. Ακόμα και ο Ολιβερ Στόουν όταν γύρισε την ταινία με θέμα τον Ρίτσαρντ Νίξον, τον οποίο απεχθανόταν, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη γοητεία του χαρακτήρα που δημιούργησε.

Το κρίσιμο ερώτημα όμως εδώ είναι άλλο: θα έπρεπε να εγκριθεί από το Εθνικό Θέατρο η πρόταση της κας Δημητρακοπούλου; Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι εδώ δεν υπάρχει σωστή απάντηση. Η διοίκηση του Εθνικού αποφάσισε να την εγκρίνει και θα κριθεί γι’ αυτό. Θα κριθεί καλλιτεχνικά και πολιτικά.

Όμως το έργο ανέβηκε. Και από την ώρα που ανέβηκε δεν έπρεπε να κατέβει σε καμία περίπτωση. Το Εθνικό έπρεπε να το υπερασπίσει μέχρι το τέλος. Να ακούσει τη νηφάλια κριτική και να μάθει από αυτή. Η απόφαση του να το κατεβάσει είναι ό,τι χειρότερο συνέβη σ’ αυτή τη θλιβερή υπόθεση.

Η σκηνοθέτρια και η διοίκηση του Εθνικού όμως φάνηκαν σαν να έπεσαν από τα σύννεφα με τις αντιδράσεις. Υποθέτω γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούμε δεδομένο ότι ο υπόλοιπος κόσμος αποτελείται από κλώνους του στενού περιβάλλοντός μας. Δρούμε έτσι αυτιστικά και κάθε φορά εκπλησσόμαστε όταν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν άλλοι που βλέπουν τα πράγματα πολύ διαφορετικά από εμάς. Επέδειξαν έτσι κι αυτοί μια έντονη δυσανεξία στην κριτική. Δεν ήταν καν έτοιμοι να υπερασπιστούν τις επιλογές τους.

Η ανάθεση του έργου από το Εθνικό Θέατρο, όμως, έχει να κάνει με τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Είναι γνωστό ότι πολλοί στο κυβερνών κόμμα αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη κατανόηση και με μεγάλη συμπάθεια την αριστερή τρομοκρατία. Θα μπορούσα να θυμίσω μια σειρά δηλώσεων, παλαιότερων και πρόσφατων. Αλλά δεν χρειάζεται γιατί, έτσι κι αλλιώς, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Η διαμεσολάβηση της τέχνης δεν είναι καν απαραίτητη για τη συναισθηματική ταύτισή τους. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτή η παράσταση στο Εθνικό Θέατρο καθυστέρησε. Είναι χαρακτηριστικό ότι όπως δηλώνει η κυρία Δημητρακοπούλου: «το θέμα μού το πρότειναν ο Πρόδρομος (Τσινικόρης) και ο Ανέστης (Αζάς), οι διευθυντές της Πειραματικής Σκηνής, στις αρχές του καλοκαιριού […] Η αρχική ιδέα ήταν να κάνουμε κάτι για τη δικαιοσύνη, σε σχέση με την τρομοκρατία και τη δίκη της 17Ν.» Δεν γνωρίζω τι είχαν στο μυαλό τους οι δύο καλοί διευθυντές. Πάντως δεν νομίζω το αποτέλεσμα να τους απογοήτευσε.

Όμως προσέξτε. Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού. Η διοίκηση του Εθνικού διορίστηκε νομίμως από την επίσης νομίμως εκλεγμένη κυβέρνηση. Η διοίκηση του Εθνικού έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει τα θεατρικά έργα, να πειραματιστεί, να αναθέσει. Και εμείς έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε. Και την παράσταση και τη σκηνοθέτρια και τη διοίκηση του Εθνικού και την κυβέρνηση. Έχουμε δικαίωμα να ασκήσουμε σκληρή κριτική, να κάνουμε ακόμα και ειρηνική πικετοφορία έξω από το θέατρο. Μέχρι εκεί όμως. Το γεγονός ότι το έργο χρηματοδοτείται από τους φόρους μας δεν σημαίνει ότι έχουμε λόγο και στην καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν θα κάνει δημοσκόπηση το Εθνικό για κάθε παράσταση, ούτε θα εκλέξουμε εκπρόσωπο της σιωπηρής φορολογούμενης πλειοψηφίας στο συμβούλιό του με δικαίωμα veto.

Ορισμένοι ισχυρίζονται, μ’ αυτήν την αφορμή, ότι το πρόβλημα είναι η ίδια η ύπαρξη κρατικών σκηνών που τις στηρίζουν οι φόροι μας. Είναι ένα πολύ αδύναμο και παρωχημένο επιχείρημα. Για να χρησιμοποιήσω την περίφημη ρήση του Oliver Wendell Holmes, «Οι φόροι είναι η τιμή που πληρώνουμε για μια πολιτισμένη κοινωνία». Η ύπαρξη Εθνικού Θεάτρου είναι μέρος αυτής της πολιτισμένης κοινωνίας που έχουμε δημιουργήσει. Στα προβλήματα των κρατικών σκηνών η λύση δεν είναι η κατάργησή τους, όπως και στα προβλήματα της ΕΡΤ η λύση δεν ήταν το κλείσιμό της.

Καταλήγοντας λοιπόν. Το Εθνικό Θέατρο κακώς, κατά τη γνώμη μου, παρήγγειλε αυτήν την παράσταση. Όχι μόνο λόγω του θέματος αλλά επιπλέον γιατί δυσκολεύομαι να πιστέψω (μπορεί να κάνω και λάθος όμως, θυμίζω ότι δεν έχω δει το έργο) ότι το προσδοκώμενο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα ήταν τόσο υψηλής ποιότητας που άξιζε το ρίσκο, την οδύνη και την κριτική. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα αναγνωρισμένο θεατρικό έργο, όπως το «Marat/Sade» του Peter Weiss, το οποίο ανέβηκε πριν μερικά χρόνια από το Εθνικό, και που επιχειρεί να δικαιώσει την επαναστατική ωμή βία της περιόδου της γαλλικής επαναστατικής τρομοκρατίας και τις επιλογές ενός πρωτοκλασάτου serial killer, του Jean-Paul Marat.

Όμως το έργο ανέβηκε. Και από την ώρα που ανέβηκε δεν έπρεπε να κατέβει σε καμία περίπτωση. Το Εθνικό έπρεπε να το υπερασπίσει μέχρι το τέλος. Να ακούσει τη νηφάλια κριτική και να μάθει από αυτή. Η απόφαση του να το κατεβάσει είναι ό,τι χειρότερο συνέβη σ’ αυτή τη θλιβερή υπόθεση. Είναι πλήγμα για την ελευθερία της έκφρασης. Αντίστοιχο με την απόσυρση του πίνακα του Thierry de Cordier από την έκθεση Outlook το 2003, την κατάσχεση του video της Εύας Στεφανή από το Art Athina το 2007, τη διακοπή των παραστάσεων στο Χυτήριο του θεατρικού έργου «Corpus Christi» του Terrence McNally – για να θυμηθούμε μόνο ορισμένα από τα πολλά παρόμοια περιστατικά.

Υποθέτω, ότι όσες/οι φτάσατε μέχρι εδώ θα έχετε αρκετά μπερδευτεί. Δεν είναι τυχαίο. Τα πράγματα δεν είναι ποτέ μονοδιάστατα. Αν τα βλέπετε έτσι, χάνετε την ουσία τους. Και είστε έρμαια φανατικών και δογμάτων. Μόνο αν μπορέσετε να τα δείτε σε όλες τις πολλές και διαφορετικές διαστάσεις τους έχετε μια μικρή ελπίδα να αρχίζετε να καταλαβαίνετε. Αλλά απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η ελευθερία της έκφρασης. Την οποία πρέπει να την εξασφαλίσουμε ακόμα και για όσους και όσα απεχθανόμαστε.