Πορεία συνταξιούχων τον περασμένο Μάιο | George Vitsaras / SOOC
Απόψεις

Η λύση στις συντάξεις: πάγωμα αντί για περικοπές

Σαφώς και χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή, δηλαδή μείωση της δαπάνης ως % ΑΕΠ. Μόνο που η προσαρμογή μπορεί πλέον να επιτευχθεί με παθητική μείωση της δαπάνης, παγώνοντας τις συντάξεις για περισσότερα χρόνια, εφόσον είναι απαραίτητο
Γιώργος Στρατόπουλος

Στο δημόσιο διάλογο καλλιεργείται η εντύπωση πως η συμφωνημένη περικοπή των συντάξεων είναι ζήτημα δημοσιονομικών στόχων. Άρα, εφόσον μπορούμε να επιτύχουμε τα απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς περικοπή των συντάξεων, το μέτρο θα μπορούσε να ακυρωθεί.

Τέτοια σενάρια υποβαθμίζουν το γεγονός ότι η περικοπή των συντάξεων, όπως και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δεν είναι δημοσιονομικά αλλά διαρθρωτικά μέτρα δημοσιονομικού τύπου. Και το ΔΝΤ, όταν τα επέβαλλε, ήταν ξεκάθαρο: ακόμα κι αν τα μέτρα δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, πρέπει να εφαρμοστούν κι ας προβλεφθούν αντίμετρα για την εξισορρόπηση  των δημοσιονομικών στόχων.

Πόση σημασία αποδίδουν οι δανειστές και στη διάρθρωση των δημοσιονομικών μέτρων; Ας θυμηθούμε, μέρες που ‘ναι, τον Ιούνιο του 2015. Τότε που η κυβέρνηση ισχυριζόταν ότι είχε  βρει δημοσιονομικά ισοδύναμα έναντι των μέτρων που ζητούσαν οι εταίροι αλλά εκείνοι επέμεναν ότι το κυβερνητικό μείγμα μέτρων ήταν ακατάλληλο για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Και οδηγηθήκαμε στη γνωστή  καταστροφική εξέλιξη.

Επειδή όμως το 2018 δεν είναι 2015, το  ερώτημα παραμένει: Είναι η περικοπή των συντάξεων ένα επείγον διαρθρωτικό μέτρο;

Οπωσδήποτε, πρέπει να υπάρχει δημοσιονομική ισορροπία στην κατανομή πόρων και βαρών στην οικονομία. Δυσανάλογα υψηλή δαπάνη για συντάξεις επιβαρύνει  δυσανάλογα την εργασία με φόρους και εισφορές. Δυσανάλογα χαμηλή ανταπόδοση των εισφορών παράγει διαγενεακή αδικία.  Ζητείται, λοιπόν, ισορροπία,  δικαιοσύνη και αναπτυξιακή προοπτική. Και στο βαθμό που η χώρα εξακολουθεί να δαπανά το υψηλότερο ποσοστό ΑΕΠ εντός ΕΕ για συνταξιοδοτική δαπάνη, η περαιτέρω προσαρμογή είναι απαραίτητη.

Ωστόσο, ανατρέχοντας στο μεσοπρόθεσμο διαπιστώνουμε ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη τα επόμενα χρόνια μειώνεται με δύο τρόπους:

  1. Ενεργητικά, με απευθείας μειώσεις το 2019
  2. Παθητικά, μέσω του πληθωρισμού και της ανάπτυξης (πάγωμα των συντάξεων).

Με τη μείωση του 2019 η δαπάνη για  συντάξεις μειώνεται άμεσα κατά 1,5% του ΑΕΠ.

Με το πάγωμα των συντάξεων η δαπάνη για  συντάξεις μειώνεται έμμεσα κατά 2,8% του ΑΕΠ στην 5ετία 2018-2022.

Κι έτσι, από την Ελλάδα του 2015 που δαπανά για συντάξεις το υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη,  φτάνουμε  στην Ελλάδα του 2022 που δαπανά ένα από τα  χαμηλότερα ποσοστά ΑΕΠ για συντάξεις! Και είναι άξιο απορίας τι ακριβώς διαπραγματευόταν η κυβέρνηση, καθώς πρόκειται για πολύ βαριά, πολύ βιαστική προσαρμογή σε μια χώρα που έχει ήδη υποστεί θυσίες 8 ετών και τεράστιες περικοπές.

Θέσαμε το συνταξιοδοτικό ζήτημα υπό έλεγχο μετά από τόσα χρόνια προσαρμογής, με την έννοια ότι η δαπάνη δεν έχει πια εκρηκτικά αυξητική τάση αλλά μετρίως πτωτική. Σαφώς χρειάζεται περαιτέρω προσαρμογή, δηλαδή μείωση της δαπάνης ως % ΑΕΠ. Μόνο που η προσαρμογή μπορεί πλέον να επιτευχθεί με παθητική μείωση της δαπάνης,  «παγώνοντας» τις συντάξεις για περισσότερα χρόνια, εφόσον είναι απαραίτητο.

Aπό την Ελλάδα του 2015 που δαπανά για συντάξεις το υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη,  φτάνουμε  στην Ελλάδα του 2022 που δαπανά ένα από τα  χαμηλότερα ποσοστά ΑΕΠ για συντάξεις!

Μόνο με την εφαρμογή του μέτρου παθητικής μείωσης των συντάξεων, το 2022 η δαπάνη θα έχει περιοριστεί στο 13,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης το 2014 ήταν 13,6% του ΑΕΠ. Δεδομένης, λοιπόν, και της κοινωνικο-οικονομικής συγκυρίας, το μέτρο της περικοπής των συντάξεων το 2019 δεν είναι μονόδρομος1.  Υπάρχουν εναλλακτικές, υπάρχει χρόνος για ηπιότερη προσαρμογή αλλά δεν υπάρχει κανένα περιθώριο λάθους, αυταπάτης και μονομερούς ενέργειας.

Αν   προχωρήσουμε σε μονομερείς ενέργειες, επειδή τα δημόσια οικονομικά και το ταμειακό απόθεμα  επιτρέπουν προσωρινή απεξάρτηση από τα εμβάσματα των δανειστών, θα πυροδοτήσουμε νέο κύκλο αμφισβήτησης και κρίσης εμπιστοσύνης εκ μέρους των αγορών και των επενδυτών. Άρα, μόνο συναινετικά θα μπορούσε να ακυρωθεί το μέτρο.

Πίνακας 1. Η Ελλάδα το 2022  θα έχει χαμηλότερη συνταξιοδοτική δαπάνη από τα περισσότερα παλαιά μέλη της Ευρωζώνης. Εξαίρεση μόνο η Γερμανία – Λουξεμβούργο και  Ιρλανδία αποτελούν ειδική περίπτωση για διαφορετικούς λόγους! (Eurostat)
Το μέγεθος των περικοπών των συντάξεων!

Το μέγεθος των προβλεπόμενων (προγραμματισμένων) περικοπών του 2019 προκαλεί ερωτήματα.

Σύμφωνα με στοιχεία που αποτυπώνονται στο Mεσοπρόθεσμο 2019-2022, Αιτιολογική έκθεση, σελ 101, πίνακας 2.7:

Οι κύριες συντάξεις του δημοσίου θα μειωθούν κατά 1.121 εκατ.€

Οι λοιπές κύριες συντάξεις θα μειωθούν κατά 1.434 εκατ.€

Οι επικουρικές συντάξεις θα μειωθούν κατά 232 εκατ.€.

Σύνολο παρεμβάσεων: 2.787 εκατ.€ ή 1,5% του ΑΕΠ και όχι 1% του ΑΕΠ, όπως πολλοί λένε!

Δεδομένου ότι η ετήσια δαπάνη για κύριες συντάξεις των 473 χιλ συνταξιούχων του Δημοσίου Έκθεση Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου & Πληρωμών Συντάξεων «ΗΛΙΟΣ» Ιανουάριος 2018 σελ. 32 είναι 6 δισ. € προκύπτουν δύο παράδοξα:

Α) Το 2019 η δαπάνη για κύριες συντάξεις Δημοσίου θα μειωθεί κατά 18,7%!

Και είναι μαθηματικά παράδοξο, διότι δε συνάδει με αυτά που γνωρίζουμε: πως όλες οι κύριες συντάξεις θα μειωθούν έως 18%!

Το παράδοξο μαθηματικά έχει μόνο μία εξήγηση:  σχεδόν όλες οι κύριες συντάξεις του Δημοσίου θα μειωθούν κατά 18%!!2 με εξαίρεση τις συντάξεις χηρείας που δεν έχουν τον περιορισμό του 18% και  μεσοσταθμικά θα μειωθούν περισσότερο!

Β) Το 17% του συνόλου των συνταξιούχων (συνταξιούχοι Δημοσίου3) θα επιβαρυνθεί με το 44% των περικοπών των κυρίων συντάξεων!

Η άνιση κατανομή των περικοπών εις βάρος των Δ.Υ. οφείλεται εν μέρει στις συνέπειες μιας δομικής αδυναμίας του νόμου Κατρούγκαλου:

Ο νόμος Κ. προβλέπει σχετικά χαμηλή ανταπόδοση (χαμηλές νέες συντάξεις) σχεδόν για όλους πλην των χαμηλόμισθων κι εκείνων που εργάστηκαν λίγα έτη.

Όμως το ύψος των περικοπών των συντάξεων του 2019 είναι ανάλογο της  διαφοράς των υφιστάμενων συντάξεων από τις νέες συντάξεις που προκύπτουν μετά τον επανυπολογισμό με τους κανόνες του νόμου Κατρούγκαλου (προσωπική διαφορά).

Γι’ αυτό όσο υψηλότερος ο μισθός και περισσότερα τα έτη ασφάλισης τόσο μεγαλύτερη διαφορά προκύπτει από τον επανυπολογισμό των συντάξεων με το νέο νόμο.

Ο νόμος Κ. έδωσε μεγάλη έμφαση στην εξασφάλιση σχετικά αξιοπρεπούς ελάχιστης σύνταξης για τους χαμηλόμισθους, ακόμα κι αν είχαν  εργαστεί και εισφέρει λίγο.  Ήταν, όμως, φειδωλός στον τρόπο που κλιμάκωνε την αύξηση της σύνταξης για όσους είχαν εισφέρει περισσότερα είτε επειδή είχαν υψηλότερες αποδοχές είτε επειδή εργάστηκαν περισσότερα από 20 έτη. Ενδεικτικά,  δημόσιος υπάλληλος με μέσες μεικτές αποδοχές 1.200€ (περίπου 1.000€ προ φόρων) εργαζόμενος για 35 έτη κατέβαλε εισφορές για κύρια σύνταξη 250% περισσότερες από έναν εργαζόμενο με μεικτές αποδοχές 600€ που εργάστηκε για 20 έτη,  αλλά θα λάβει σύνταξη μόλις 64% υψηλότερη.

Επειδή, λοιπόν, ο νόμος Κ. προβλέπει σχετικά χαμηλές συντάξεις για τα μεσαία εισοδήματα με 35 έτη ασφάλισης, επιφέρει μεγάλες μειώσεις στις υφιστάμενες συντάξεις των  μεσαίων εισοδημάτων μετά τον επανυπολογισμό τους. Κι όχι μόνο στους δημόσιους υπαλλήλους, σε όλους τους ασφαλισμένους με παρόμοια χαρακτηριστικά. Απλώς οι  συνταξιούχοι Δ.Υ είναι η πολυπληθέστερη ομάδα.

Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι η προγραμματισμένη για το 2019 μείωση των συντάξεων έρχεται να διορθώσει μια δομική αδικία του συστήματος: νέοι συνταξιούχοι με ίδια χρόνια εργασίας, ίδιες αποδοχές, στον ίδιο φορέα λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις από υφιστάμενους συνταξιούχους, μόνο και μόνο επειδή συνταξιοδοτήθηκαν με διαφορετικό νόμο (πριν ή μετά το νόμο Κ.) Αυτή η εξίσωση θα γίνει είτε με ενεργητικό τρόπο (απότομα το 2019) είτε με παθητικό τρόπο (σταδιακά με πάγωμα συντάξεων).

Ο νόμος Κ., σε ένα βαθμό, έχει αδυναμία στη δομή της  ανταποδοτικότητας και «αδικεί» όσους είχαν μεσαία εισοδήματα και είχαν εισφέρει για πολλά χρόνια. Με την εξίσωση παλαιών και νέων συνταξιούχων (εξάλειψη της προσωπικής διαφοράς) η στρέβλωση που παράγει ο νόμος Κ. θα πάψει να αφορά ένα περιορισμένο αριθμό νέων συνταξιούχων και οι αρνητικές επιπτώσεις θα διαχυθούν σε όλους τους συνταξιούχους. Γι’ αυτό οι διορθωτικές παρεμβάσεις στη δομή του νόμου Κ. που θα βελτιώνουν τον βαθμό ανταποδοτικότητας του συνταξιοδοτικού πρέπει να γίνουν άμεσα.

Για να μη δημιουργούνται λάθος εντυπώσεις, διευκρινίζω ότι:

Α) Τα δημοσιονομικά περιθώρια προσαρμογής του νόμου Κ. προς το ανταποδοτικότερο είναι περιορισμένα. Ενδεχόμενη αναθεώρηση των ποσοστών αναπλήρωσης δεν θα επιφέρει δραματικές αλλαγές στις νέες συντάξεις. Ωστόσο, ακόμη και μικρές αυξήσεις σε απόλυτα νούμερα, είναι σημαντικές ως ποσοστό αύξησης και οπωσδήποτε δίκαιες για εκείνους που κατέβαλλαν εισφορές για πολλά χρόνια.   Αντίστοιχα,  η αναθεώρηση των ποσοστών αναπλήρωσης θα περιορίσει αλλά δεν θα εξαφανίσει τις μειώσεις λόγω επανυπολογισμού.

Β) Η περιορισμένη ανταποδοτικότητα που χαρακτηρίζει το νόμο Κ. υπήρξε αιτία κριτικής, επειδή θεωρήθηκε ότι οι συντάξεις επιστρέφουν στους ασφαλισμένους λιγότερα από τις εισφορές που κατέβαλαν. Για τη συντριπτική πλειονότητα των ασφαλισμένων αυτό δεν ισχύει, ακόμη και με τα τρέχοντα χαμηλά επίπεδα συντάξεων. Ισχύει μόνον αν συνυπολογίσουμε και τους φόρους. Διότι, όσοι κατέβαλαν στα Ασφαλιστικά Ταμεία υψηλότερες εισφορές για περισσότερα έτη,  χρηματοδότησαν το κοινωνικό κράτος πιο αδρά και για περισσότερα έτη με τους φόρους τους. Όμως το κοινωνικό κράτος με το νόμο Κ. επιδοτεί δυσανάλογα και σχεδόν αποκλειστικά τους πολύ χαμηλόμισθους κι εκείνους που εργάστηκαν λίγα χρόνια.

Γ) Η εστιασμένη επιδότηση των πιο αδύναμων συνταξιούχων είναι σωστή και αποτελεί πάγια πρακτική του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Είναι σαν ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (ΕΕΕ) για συνταξιούχους αλλά, σε αντίθεση με το ΕΕΕ, η επιδότηση των αδύναμων συνταξιούχων από το κράτος πρόνοιας δε θέτει εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Ο κ. Κατρούγκαλος αντιστάθηκε σθεναρά στη θέσπιση κριτηρίων. Ακόμη και σήμερα κάποιοι θεωρούν αριστερή πολιτική το να επιδοτεί το κράτος πρόνοιας γενναιόδωρα ακόμα κι εκείνους που δεν εργάστηκαν και δεν κατέβαλαν εισφορές, επειδή διέθεταν εισοδήματα και περιουσία ή δημιούργησαν περιουσία ακριβώς επειδή δεν εισέφεραν και δεν απέδωσαν φόρους!

Σημειώσεις

1Δεν κρίνεται απαραίτητη η περικοπή συντάξεων της κλίμακας που προβλέπεται στο μεσοπρόθεσμο: 1,5% ΑΕΠ ó 10% μεσοσταθμική μείωση όλων των συντάξεων! Περιορισμένης κλίμακας  & στοχευμένες  μειώσεις θα μπορούσαν να έχουν θετικό αναπτυξιακό πρόσημο.

2Η δήλωση αποτελεί συνδυασμό λογικών υποθέσεων και αριθμητικών δεδομένων και δεν αφορά στις συντάξεις αναπηρίας.  Παραμένει γεγονός και αδιαμφισβήτητος κανόνας της αριθμητικής ότι, προκειμένου να μειωθεί η συνταξιοδοτική δαπάνη του εν λόγω δείγματος (των συνταξιούχων Δημοσίου) κατά 18% και υπό τον περιορισμό ότι καμία σύνταξη δεν θα μειωθεί περισσότερο από 18%, τότε όλες οι συντάξεις πρέπει να μειωθούν κατά 18%.

3Οι συνταξιούχοι δημοσίου δεν είναι πια τόσο προνομιούχοι. Μετά τις περικοπές του 2019, 473 χιλιάδες συνταξιούχοι θα μοιράζονται 4,9 δις.€ => Μετά την αφαίρεση των εισφορών υπέρ Υγείας και των αυξημένων εισφορών υπέρ ΑΚΑΓΕ (σύνολο 8,8%) η μέση μηνιαία (προ φόρων) κύρια σύνταξη των Δ.Υ. θα διαμορφώνεται στα 784€.