Απόψεις

Και όμως λεφτά υπάρχουν – για τις startups

H είδηση ότι το επενδυτικό «υπερταμείο» συμμετοχών για καινοτόμες ελληνικές επιχειρήσεις προχωράει, σε γεμίζει αισιοδοξία. Δεν είναι «αθώο» αλλά από την άλλη δεν εμπλέκεται η κυβέρνηση. Και αυτό από μόνο του είναι κάτι το θετικό
Ηλίας Νικολαΐδης

Κατ’ αντιστοιχία με ό,τι συνηθίζεται στα τηλεοπτικά σόου με μάγους και τσιρκολάνους, είναι, σε αυτό το σημείο, σκόπιμες κάποιες προειδοποιήσεις:

Σε αυτό το άρθρο δεν θα βρείτε ιστορίες επιτυχίας με τις «startups που θα μας βγάλουν από την κρίση». Δεν θα εμφανιστεί, τουλάχιστον όχι αυτοπροσώπως, ο χαμογελαστός νεαρός που έκανε το πάθος του application και ακολούθως το μοσχοπούλησε. Επιπλέον, δεν θα βρείτε τα συνήθη υπερβολικά σχήματα περί «τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης» της καινοτομίας, των ρομπότ και της «επαυξημένης πραγματικότητας»· σχήματα που επανέρχονται κάθε τόσο στην επιφάνεια και θυμίζουν ξαναζεσταμένη ουτοπική λογοτεχνία.

Ωστόσο, θα βρείτε κάποια γενικώς ευχάριστα νέα, αν πιστεύετε στην νέα οικονομία. Και στην οικονομική ανάπτυξη γενικότερα.

To Equifund, το επενδυτικό «υπερταμείο» συμμετοχών για καινοτόμες ελληνικές επιχειρήσεις σε αρχικά στάδια και σε στάδια ανάπτυξης προχωράει. Στις 18 Σεπτεμβρίου, στη συνεδρίαση του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, τα πρακτικά της οποίας δημοσιεύτηκαν πριν λίγες ημέρες, επιλέχτηκαν τα πρώτα έξι ελληνικά funds που θα απορροφήσουν πόρους του. (Για τους ενδιαφερόμενους αυτά είναι τα Elikonos 2 S.C.A. Sicar, Synergia Hellenic Growth Fund IV, Marathon Venture Capital Mutual Fund, Venture Friends 400W Fund, UniFund AKES και Metavallon Fund – θα ακολουθήσουν και άλλα αντίστοιχα σχήματα)

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό αυτό;

Πρώτον, γιατί οι πόροι του Equifund δεν είναι αμελητέοι. Για την ακρίβεια, το συνολικό ποσό που έχει επενδυθεί σε ελληνικές startups τα τελευταία επτά χρόνια υπολογίζεται ανάμεσα στα 200 και στα 250 εκατ. ευρώ. Οι πόροι μόνο του Equifund που θα είναι διαθέσιμοι από την αρχή του 2018 ανέρχονται στα 320 εκατ. ευρώ. Το ποσό είναι ικανό να «γυρίσει το παιχνίδι» και οι γύροι χρηματοδότησης αναμένεται να πολλαπλασιαστούν.

Επίσης, οι πόροι δεν δίνονται απευθείας σε επιχειρήσεις ή σε business plans αλλά σε επενδυτικά σχήματα της αγοράς που έχουν ακριβώς αυτή την αποστολή: να βρουν τις επιχειρήσεις που παρουσιάζουν προοπτικές, να τις χρηματοδοτήσουν και να τις καθοδηγήσουν. Κάποιοι από αυτούς το έχουν κάνει και στο παρελθόν, έχουν ανακαλύψει το – διάσημο πλέον – (Taxi)Beat, την Workable, κά.

Δεύτερον, είναι η δομή του Equifund. Δύσκολα μπορεί αυτή να συγκριθεί με κάτι άλλο που γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Παρότι το μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων (200 εκατ. ευρώ) προέρχεται από χρήματα του ΕΣΠΑ, η διοίκηση του ταμείου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον διάσημο για την ευαλωτότητά του σε παρεμβάσεις και συχνά αναποτελεσματικό μηχανισμό του ΕΣΠΑ. Αντίθετα, το Equifund διοικείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (EIF), μέρος του ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της μη κερδοσκοπικής επενδυτικής τράπεζας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Πρακτικά, σκεφτείτε το ως εξής: από τη μια έχετε, πχ. τον Παύλο Πολάκη ή τον Γεράσιμο Γιακουμάτο ή κάποιον άλλο (υφ)υπουργό και το επιτελείο του να σχεδιάζει κρατικές ενισχύσεις της επιχειρηματικότητας. Για την οικονομία του χρόνου, ας πούμε ότι έχει αγαθές προθέσεις. Ομως σε κάθε περίπτωση είναι ελεύθερος να μοιράσει τα χρήματα περίπου όπως το λέει η καρδιά του, ακολουθώντας απλώς υποτυπώδεις γενικές κατευθύνσεις.

Από την άλλη έχετε τεχνοκράτες που λογοδοτούν σε έναν μη κερδοσκοπικό επενδυτικό τραπεζικό όμιλο με εξαιρετική φήμη και με αξιολόγηση ΑΑΑ. Σε ποια περίπτωση από τις δυο θα λέγατε ότι τα χρήματα θα αποδώσουν καλύτερα;

Μάλιστα, ακριβώς εξαιτίας της εμπιστοσύνης που εμπνέει στην αγορά η εμπλοκή του EIF, ένα αισιόδοξο σενάριο λέει ότι θα κινητοποιηθούν άλλα τόσα κεφάλαια από διαφορετικές πηγές. Αν αυτό συμβεί, ο λογαριασμός φτάνει στα 700 εκατ. ευρώ.

Τρίτον, το πείραμα του Equifund δεν είναι εντελώς αθώο. To Equifund «μαζεύει» σε ένα ενιαίο σχήμα χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ, του EIF και, ίσως στο μέλλον, άλλων φορέων, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης. «Δείχνει» έναν διαφορετικό δρόμο, ο οποίος έχει κοινό τόπο με μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που συμβαίνει στην Ευρώπη.

Μήπως οι «στεγνές» χρηματοδοτήσεις της Πολιτικής Συνοχής (δηλαδή, στην περίπτωση της Ελλάδας διαδοχικά τα ΜΟΠ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ) που εν πολλοίς δεν έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά από τη δεκαετία του 90 έχουν ξεπεραστεί; Μήπως θα ήταν καλύτερα αν βάζαμε σε έναν κοινό “κουμπαρά” αυτές τις χρηματοδοτήσεις, μαζί με δανεισμό από αναπτυξιακές και επενδυτικές τράπεζες και ιδιωτικά κεφάλαια;

Το επενδυτικό σχέδιο Γιούνκερ καθώς και η Λευκή Βίβλος της Κομισιόν με τα πέντε σενάρια για το μέλλον της Ευρώπης που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο έχουν πυροδοτήσει ακριβώς αυτή τη συζήτηση.

Ο διάλογος αυτός σίγουρα συμφέρει τις πλούσιες χώρες του Βορρά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται το κλίμα για να μειώσουν τη συμβολή τους σε “καθαρό χρήμα” προς τις φτωχότερες χώρες. Είναι κάτι που ολοένα και πιο συχνά ζητούν οι ψηφοφόροι των κυβερνήσεων τους. Είναι, αν και επουδενί έγκυρο, ένα από τα βασικά επιχειρήματα των υποστηρικτών του Brexit.

Ομως και οι φτωχές περιφέρειες έχουν προφανή οφέλη από την απο-πολιτικοποίηση της διανομής του αναπτυξιακού χρήματος, εφόσον αυτό δεν μειωθεί. Σκεφτείτε μια Ελλάδα χωρίς υπουργούς και «τομεάρχες» Ανάπτυξης να χασομερούν στις τηλεοράσεις για το ποιος απορροφά καλύτερα τα ευρωπαϊκά κονδύλια («εγώ με το καλαμάκι του φραπέ!», «εγώ με το μπουρί της σόμπας!»).

Μπορεί τότε να ασχοληθούμε με το τι γίνονται αυτά τα χρήματα, αφότου «απορροφηθούν», όταν και οι θητείες των υπουργών πιθανότατα θα έχουν λήξει.

Προτού αλλάξουμε την Ευρώπη, ας κοιτάξουμε το σπίτι μας. Η συμβολή του ΕΣΠΑ 2014-2020 (περίπου 20 δισ. Ευρώ, μαζί με την ελληνική συμμετοχή) στο ελληνικό ΑΕΠ αναμένεται να είναι μικρή, μόλις 1,7% το 2023.

Πίσω όμως στο Equifund. Θα έλθει έτσι η ανάπτυξη στην πολυμνημονιακή Ελλάδα; Θα γίνει η χώρα μας μια μεσογειακή εκδοχή της Σίλικον Βάλεϊ; Θα μεγαλουργήσει ο έλληνας Μαρκ Ζάκερμπεργκ υπό τη σκιά της Ακρόπολης; Οσο κι αν τέτοιες αντιπαραβολές μπορεί να εμπνέουν κάποιους χίπστερ, παραμένουν κωμικές. Ούτε τα ποσά, ούτε τα σχήματα των επενδύσεων παρουσιάζουν τέτοιες προοπτικές. Πόσω μάλλον το επιχειρηματικό περιβάλλον.

Ωστόσο, δημιουργείται σιγά σιγά ένα διαφορετικό πλαίσιο αγοράς και είναι αυτό που έχει τελικά σημασία. Εκεί μπορούν, σχετικά απρόσκοπτα και σε συνδυασμό με τις διεθνείς τάσεις, να αξιοποιηθούν κάποια υπαρκτά πλεονεκτήματα: το καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό τεχνολόγων, το χαμηλό κόστος εργασίας, η ιδιαίτερη διασπορά που δημιουργήθηκε από το brain drain, το γενικότερα ευχάριστο περιβάλλον που προσφέρει η χώρα (καλό κλίμα, «ευρωπαϊκή» κουλτούρα, κλπ).

Και περισσότερο από ο,τιδήποτε, μπορούν να αξιοποιηθούν οι εξίσου υπαρκτές ευκαιρίες για εφαρμοσμένη έρευνα και για ανάπτυξη τεχνολογίας σε τομείς όπως η ναυτιλία, η γεωργία ή ο τουρισμός.

Αλλωστε, αν πράγματι όλα αυτά συμβούν στη μικροκλίμακα της τεχνολογικής επιχειρηματικότητας και παράξουν αποτελέσματα, γιατί να μην τα δοκιμάσουμε κι αλλού μετά;