To υπουργείο Εξωτερικών κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Ντιμιτρό, σκοπιανού ομολόγου του Νίκου Κοτζιά | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/
Απόψεις

Το Σκοπιανό, το «δάκρυ του εθνάρχη» και τα κόμματα

Ακόμη κι αν ο εκφραζόμενος «αντι-συριζαϊσμός» είναι κατανοητός, αυτό που δύσκολα μπορεί να γίνει ανεκτό είναι να αξιοποιείται ένα εκκρεμές εθνικό ζήτημα ως εργαλείο πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό
Μιχάλης Μιχαήλ

Για όποιον δεν βαυκαλίζεται και θέλει στοιχειωδώς να εκφράζεται με κοινό νου, ψυχραιμία και προπάντων αυτογνωσία, η δημόσια συζήτηση για το Μακεδονικό και τα ποικίλα σχόλια στον διαδικτυακό καφενείο υποθηκεύουν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Είτε αυτή η συζήτηση προέρχεται από ανεπίγνωστους, όπως θα έλεγε και ο Βαγγέλης Βενιζέλος, για ένα αρκετά σύνθετο ζήτημα, είτε από κουτοπόνηρους πολικάντηδες. Είναι σαφές, για παράδειγμα, ότι οι τοποθετήσεις των ΑΝΕΛ και του Πάνου Καμμένου καθώς και του κυβερνητικού επιτελείου γύρω από το Μαξίμου εξυπηρετούν ανάγκες στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Όμως το οξύμωρο είναι ότι οι τοποθετήσεις είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση για το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ γίνονται εν κενώ δεδομένου ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη πρόταση επίλυσης της εκκρεμότητας από τον Μάθιου Νίμιτς, τον μεσολαβατή του ΟΗΕ, ούτε έχει ξεκινήσει επίσημα οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ώστε να γνωρίζουμε τις θέσεις και την τακτική της γειτονικής χώρας ώστε να διαμορφωθεί και η τακτική της Αθήνας.

Επί του παρόντος γνωστή είναι μόνο -και αυτή μέσω άτυπων διπλωματικών επαφών και της ρητορικής του πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ- η διάθεση των Σκοπίων να βρεθεί κοινά αποδεκτός συμβιβασμός στο θέμα της ονομασίας γιατί η νέα ηγεσία της FYROM θέλει πάση θυσία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ το προσεχές καλοκαίρι, ώστε να μην είναι εκτεθειμένη στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Για τους ίδιους λόγους οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι έχουν ακόμη περισσότερο την ίδια στόχευση. Εξάλλου με την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης θα ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ. Εδώ λοιπόν βρισκόμαστε. Άρα προς τι η πρόωρη πολιτική αντιπαράθεση και η διόγκωση της δημόσιας συζήτησης;

Κι όμως η ερώτηση έχει απάντηση. Δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί η διαφαινόμενη τάση όσων επιζητούν την πτώση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ λόγω της διαφωνίας Καμμένου. Ομως ακόμη κι αν ο εκφραζόμενος «αντι-συριζαϊσμός» είναι κατανοητός, αυτό που δύσκολα μπορεί να γίνει ανεκτό είναι να αξιοποιείται ένα εκκρεμές εθνικό ζήτημα ως εργαλείο πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό. Η Ελλάδα δεν έχει το περιθώριο των πολλαπλών ανοικτών εθνικών μετώπων στον περίγυρό της. Το πολιτικό σύστημα οφείλει να υποδείξει στην ελληνική κοινωνία ποια ζητήματα εγκυμονούν υπαρξιακούς κινδύνους για την χώρα και επί αυτών να επιζητηθεί εθνική συνεννόηση.

Σίγουρα αυτοί δεν αφορούν τα Σκόπια. Είναι προφανές ότι αφορούν την επιθετική τακτική της Άγκυρας και στην έξαρση της ρητορικής από τα Τίρανα. Στο Μακεδονικό, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει δέσμια τω συλλαλητηρίων και του εθνικιστικού παροξυσμού του 1992.

Τούτων δοθέντων νομίζω ότι οι διαφωνίες του υπουργού Άμυνας είναι προφανές πως στοχεύουν στο να αποκτήσει και πάλι πατριωτικό εθνικιστικό ακροατήριο μπας και μπει στην επόμενη Βουλή. Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι στις επόμενες εκλογές είναι λίαν αμφίβολο αν οι Ανεξάρτητοι Ελληνες θα πιάσουν το 3%, η «υπεράσπιση» των εθνικών δικαίων ηχεί όμορφα στα αυτιά του πατριωτικού ακροατηρίου, ιδίως στη Βόρειο Ελλάδα, και φαντάζει ως το χαρτί της πολιτικής επιβίωσης των ΑΝΕΛ.

Αξιοσημείωτη ωστόσο είναι η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βάζει θέμα δεδηλωμένης, υπό τον φόβο μήπως χρειαστεί να ψηφίσει κάποια συμβιβαστική πρόταση. Όχι γιατί δεν τη θέλει, αλλά γιατί κινδυνεύει να χάσει ένα σημαντικό συντηρητικό ακροατήριο που συγκινείται ακόμη από το δάκρυ του «Εθνάρχη», Κωνσταντίνου Καραμανλή ενώ παράλληλα ίσως έρθει σε κόντρα με τους υποστηρικτές του Αντώνη Σαμαρά.

Ετσι η μεν Ντόρα Μπακογιάννη υπενθυμίζει τη θέση της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή στο Βουκουρέστι, ώστε να μην επικρατήσουν τα εθνικοπατριωτικά αντανακλαστικά (βλέπε «δάκρυ του Εθνάρχη»), ο δε κ. Μητσοτάκης επικαλείται την απώλεια της δεδηλωμένης, αποσκοπώντας στη συσπείρωση του ποικιλόμορφου δεξιού ακροατηρίου με την προοπτική της πτώσης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της επιστροφής στην εξουσία της ΝΔ.

Για τους αντίθετους λόγους, για να ενισχύσουν τα υπόγεια ρήγματα εντός της ΝΔ, ο κ. Τσίπρας και το επιτελείο του τα «ρίχνουν» στη ΝΔ.

Ωστόσο δεν θα πρέπει να αγνοείται ότι και εντός του ΣΥΡΙΖΑ ο αριστερός διεθνισμός παραμένει υπαρκτός, αποζητώντας πλήρη συμβιβασμό στο Σκοπιανό. Υπάρχουν μάλιστα εκτιμήσεις ότι υπό αυτό το πρίσμα οι εκλογές δεν θα είναι καταστροφικές.

Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι, όπως ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος, που τοποθετούνται με ειλικρινή υπευθυνότητα και αγωνία για τη διευθέτηση της σύνθετης εθνικής εκκρεμότητας με τη γειτονική χώρα. Οι υπόνοιες ότι δεν θα κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση η Φώφη Γεννηματά δεν τεκμαίρονται από πουθενά αφού δεν έχει προταθεί επισήμως, όπως προαναφέρθηκε, σύνθετη ονομασία με τον όρο Μακεδονία.