H Ακρόπολη με τα υπέροχα χρώματα του αττικού ουρανού. Τα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελούν διαχρονικά τα σύγχρονα κοινωνικά εργαστήρια | REUTERS/Alkis Konstantinidis
Απόψεις

Στο Χάρβαντ για το μέλλον των πόλεων και της Αριστεράς

Η πρόσκληση που έφτασε στο δημαρχιακό γραφείο της Κοτζιά ήταν προκλητική: το Χάρβαρντ καλούσε τον Δήμαρχο της Αθήνας με συμμετάσχει σε συζήτηση με το προβοκατόρικο ερώτημα αν έχει μέλλον η Αριστερά στην Ευρώπη την ώρα που επελαύνουν τα εθνολαϊκιστικά κόμματα. Οι Αμερικανοί, μετά την επικράτηση Τραμπ έχουν καμένη τη γούνα τους. Ο Γιώργος Καμίνης έχει και […]
Γιώργος Καμίνης

Η πρόσκληση που έφτασε στο δημαρχιακό γραφείο της Κοτζιά ήταν προκλητική: το Χάρβαρντ καλούσε τον Δήμαρχο της Αθήνας με συμμετάσχει σε συζήτηση με το προβοκατόρικο ερώτημα αν έχει μέλλον η Αριστερά στην Ευρώπη την ώρα που επελαύνουν τα εθνολαϊκιστικά κόμματα. Οι Αμερικανοί, μετά την επικράτηση Τραμπ έχουν καμένη τη γούνα τους. Ο Γιώργος Καμίνης έχει και το θεωρητικό υπόβαθρο και τα χαρακτηριστικά να απαντήσει: επτά χρόνια δήμαρχος της πρωτεύουσας, τα έχει βάλει με ναζί αλλά και μπαχαλάκηδες, αν και προοδευτικός δεν τον τραβάει από το μανίκι κανένα κόμμα, υπερασπίζεται τα δικαιώματα των προσφύγων και τους προσφέρει δομές, αλλά δεν διστάζει να τα βάλει με τις παράνομες καταλήψεις. Η πρόσκληση του Χάρβαρντ είχε μία ακόμη πρόσκληση: στο πάνελ θα είχε ως συνομιλητή τον γνωστό μας από την καραμανλική περίοδο, Επίτροπο για τα Οικονομικά, Χοακίν Αλμούνια

Το Protagon βρέθηκε στη Βοστώνη, στο Center of European Studies του Χάρβαρντ και άκουσε όλη την ομιλία του κ. Καμίνη, που είχε απ’ όλα: παγκοσμιοποίηση, ανισότητες, Προσφυγικό, προστασία των αδυνάτων αλλά και on line προϋπολογισμούς και διαφάνεια.


Θα μου επιτρέψετε να διατυπώσω σχεδόν αξιωματικά τις βασικές αρχές που πιστεύω ότι πρέπει να υπηρετεί σήμερα μια ευρωπαϊκή αριστερά. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στο πώς έχουμε προσπαθήσει κάποιες από τις αρχές αυτές να εφαρμόσουμε στον Δήμο της Αθήνας τα χρόνια που είμαι δήμαρχος.

1. Πρέπει κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε τη σκοπιά από την οποία μιλάμε. Εγώ πιστεύω στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και θέλω η χώρα μου να παραμείνει στον πυρήνα των χωρών που συγκροτούν την ΕΕ. Και αυτό για δύο λόγους: διότι δεν πιστεύω ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα θα μπορούσε να επιβιώσει στον παγκόσμιο σκληρό ανταγωνισμό έξω από την ομπρέλα της ΕΕ. Ακόμη και η Γερμανία δεν είναι παρά μια χώρα μεσαίου μεγέθους για τα δεδομένα του πλανήτη, τη στιγμή που τα προβλήματα που θέτει σήμερα η παγκοσμιοποίηση μόνον πολύ μεγάλες κρατικές ή διακρατικές οντότητες μπορούν να τα αντιμετωπίσουν.

2. Πιστεύω όμως στην Ευρώπη, γιατί ασπάζομαι και τις θεμελιώδεις αξίες πάνω στις οποίες βασίζεται η ΕΕ, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου (rule of law). Και βεβαίως πιστεύω ότι η δημοκρατία δεν πρέπει να περιορίζεται στα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά ότι πρέπει να εφαρμοστεί και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Εννοώ λοιπόν όχι μόνον περισσότερη Ευρώπη, αλλά και μια ΕΕ τα όργανα της οποία θα χαίρουν δημοκρατικής νομιμοποίησης.

3. Πιστεύω επίσης πως δεν μπορούμε να πετύχουμε οικονομική ανάπτυξη έξω από το καπιταλιστικό σύστημα. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει ιστορικά αποδειχθεί ότι είναι το μόνο ικανό να παράγει πλούτο και ανάπτυξη, να μεγαλώνει την πίτα. Το ζητούμενο λοιπόν για την αριστερά είναι το πώς η πίτα θα μοιραστεί δικαιότερα και κατά δεύτερο λόγο, το πώς παράλληλα με τις παραδοσιακές μορφές επιχειρηματικότητας, θα αναπτυχθούν μορφές κοινωνικής επιχειρηματικότητας μέσα από συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Οι αλλοδαποί που επιλέγουν να ζήσουν σε μια χώρα της ΕΕ, θα πρέπει να τηρούν απαρέγκλιτα τους θεμελιώδεις κανόνες συμπεριφοράς που απορρέουν από τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου

4. Ολοι γνωρίζουμε ότι η άνοδος του εθνολαϊκισμού τα τελευταία χρόνια, στην Ευρώπη αλλά και αλλού οφείλεται σε ένα μεγάλο μέρος στις κοινωνικές ανισότητες που έχει προκαλέσει η αχαλίνωτη δύναμη των αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλοι γνωρίζουμε επίσης ότι δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να καταγγέλλουμε την παγκοσμιοποίηση. Αυτό για το οποίο αξίζει να παλέψει η αριστερά σήμερα είναι μια άλλου τύπου παγκοσμιοποίηση, όπου αυτό που ελέχθη για την ΕΕ πρέπει να το επιδιώξουμε και για άλλους υπερεθνικούς οργανισμούς, ώστε αυτοί να μπορέσουν να ασκήσουν αποφασιστικό ρόλο στη παγκόσμια ρύθμιση των αγορών. Αναφέρομαι στην αδήριτη ανάγκη εκδημοκρατισμού οργανισμών όπως: το Διεθνές Νομισματικό ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου κ.λπ.. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε μια προοδευτική παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση που θα καταφέρει να ρυθμίσει τις αγορές.

5. Η προοδευτική παγκόσμια διακυβέρνηση θα έχει ως στόχο όχι μόνον να ενισχύσει την προσπάθεια να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες στο εσωτερικό των κρατών, αλλά επίσης να προωθήσει αποφασιστικά την ανάπτυξη στις χώρες εκείνες από όπου προέρχονται οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές προς τις ανεπτυγμένες χώρες. Γιατί πρέπει να παραδεχτούμε ότι τον εθνολαϊκισμό δεν τον τροφοδοτούν μόνον οι κοινωνικές ανισότητες, αλλά και ο φόβος που έχει καταλάβει πολλούς στις ανεπτυγμένες χώρες είτε ότι λόγω μετανάστευσης θα βρεθούν στην ανεργία είτε ότι η ανεξέλεγκτη μετανάστευση απειλεί την εθνική ταυτότητα. Τούτο σημαίνει ότι «η πολιτική των ανοιχτών συνόρων», την οποία προωθεί μερίδα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στην ουσία υποδαυλίζει τον εθνικισμό. Η μετανάστευση πρέπει να είναι ελεγχόμενη. Αντίθετα, η Ευρώπη και ο πολιτισμένος κόσμος γενικότερα έχουν το καθήκον να κρατήσουν ανοιχτά τα σύνορα για τους πρόσφυγες.

6. Η πολιτική της Αριστεράς απέναντι στους αλλοδαπούς, πρόσφυγες ή μετανάστες, πρέπει να είναι μια πολιτική πλήρους κοινωνικής ένταξης αφενός, αλλά και «συνταγματικής ενσωμάτωσης» αφετέρου. Με τον τελευταίο όρο εννοώ ότι οι αλλοδαποί που επιλέγουν να ζήσουν σε μια χώρα της ΕΕ, θα πρέπει να τηρούν απαρέγκλιτα τους θεμελιώδεις κανόνες συμπεριφοράς που απορρέουν από τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Μόνον έτσι μπορούμε να εννοήσουμε την κοινότητα αρχών και αξιών που θα αποτελεί το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο μιας ευρωπαϊκής αριστεράς απέναντι στον ατομισμό του φιλελευθερισμού και τις υπερβολές της αριστερής ριζοσπαστικοποίησης.

Το Παράδειγμα της Αθήνας

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι περίπου στο μέσον της δεύτερης θητείας μου. Εκλέχτηκα για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2010 και επανεκλέχτηκα τον Μάιο του 2014. Και στις δύο περιπτώσεις ήμουν επικεφαλής ενός ανεξάρτητου συνδυασμού που συστεγάζει από φιλελεύθερους μέχρι παλιούς ευρωκομμουνιστές. Πριν από την πρώτη εκλογική μας νίκη, στη διακυβέρνηση του Δήμου εναλλάσσονταν, επί 25 συναπτά χρόνια, δήμαρχοι που ανήκαν στη συντηρητική παράταξη.

O Δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης στη συζήτηση που διοργάνωσε το Center of European Studies του Χάρβαρντ στη Βοστώνη των ΗΠΑ

Την εποχή που αναλάβαμε η οικονομική κρίση είχε ήδη ξεσπάσει ανοιχτά στη χώρα, οπότε πρώτο μέλημά μας ήταν να απλώσουμε ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας για τις ανθρώπους που από τη μία μέρα στην άλλη έχαναν τη δουλειά τους και βρίσκονταν στον δρόμο. Η μέχρι τότε κοινωνική πολιτική του Δήμου ήταν προσανατολισμένη στη φροντίδα περιθωριακών ομάδων του πληθυσμού, κυρίως αστέγων και απόρων. Ο Δήμος συντηρούσε με δικά του έξοδα έναν ξενώνα αστέγων και παρείχε συσσίτια και είδη πρώτης ανάγκης σε άπορες οικογένειες. Εμείς έπρεπε καταρχάς να αντιμετωπίσουμε τη ραγδαία αύξηση του αριθμού αυτών των ανθρώπων. Πολλαπλασιάσαμε συνεπώς τις δομές, κάναμε όμως και κάτι άλλο: Συνεργαστήκαμε με ΜΚΟ, οι οποίες ανέλαβαν τη διαχείριση αυτών των δομών, μετά από αξιολόγηση από τον Δήμο και υπό τη διαρκή εποπτεία του. Παράλληλα, ήρθαμε σε επαφή με επιχειρήσεις και εξασφαλίσαμε δωρεές σε είδη πρώτης ανάγκης, τα οποία διανέμονται σε 10.000 οικογένειες, ενώ παράλληλα στους ίδιους χώρους εξειδικευμένες ΜΚΟ παρέχουν υπηρεσίες : νομικές συμβουλές, ιατρικές υπηρεσίες, ψυχολογική στήριξη κ.λ.π.. Εξασφαλίσαμε χρηματοδότηση από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, προκειμένου να βοηθήσουμε στη δημιουργία κοινωνικών επιχειρήσεων, τις οποίες στηρίξαμε τόσο στο στάδιο της δημιουργίας τους όσο και στα πρώτα βήματά τους, μέσω mentoring. Στις επιχειρήσεις αυτές προσπαθούμε να προωθήσουμε ανέργους, τους οποίους, μαζί με τις οικογένειές τους, έχουμε εντάξει σε προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, σε κτίρια που είτε ανήκουν στον Δήμο και επισκευάζονται με δωρεές μεγάλων επιχειρήσεων, είτε σε κενά κτίρια που προσφέρουν ιδιώτες και ΜΚΟ, τα οποία και επισκευάζουν με δικά τους χρήματα.

Επειδή μάλιστα πιστεύουμε ότι η μεγαλύτερη επένδυση αυτή τη στιγμή στη χώρα πρέπει να γίνει στο ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτει και ιδίως στους νέους, ο Δήμος οργανώνει σε δημόσια σχολεία τις απογευματινές ώρες κοινωνικά φροντιστήρια, στα οποία εθελοντές καθηγητές λυκείου παραδίδουν μαθήματα σε νέους φτωχών οικογενειών. Παράλληλα, με ιδιωτικές χορηγίες, ο Δήμος οργανώνει και πάλι σε δημόσια σχολεία κατά προτίμηση στις φτωχές γειτονιές, κατά τις εκτός ωραρίου απογευματινές ώρες, προγράμματα εκπαίδευσης, αθλητισμού και ψυχαγωγίας που απευθύνονται στους μαθητές αλλά και στους γονείς. Συγχρόνως με ιδιωτική χορηγία, ο Δήμος εφαρμόζει το πρόγραμμα «Μαθαίνοντας καλύτερα». Βασική αντίληψη του προγράμματος είναι ότι επεμβαίνουμε στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στα σχολεία. Το πρόγραμμα εφαρμόζεται με τεχνικό σύμβουλο της Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου Κρήτης και τα αποτελέσματά του θα αξιολογηθούν σε βάθος πενταετίας από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου.

Βασική προϋπόθεση όμως για να αποκτήσει ξανά ένα πολιτικό σύστημα όπως το ελληνικό την εμπιστοσύνη των πολιτών είναι να αποδείξει ότι λειτουργεί με διαφάνεια

Νομίζω πως στο σημείο αυτό μπορούμε να συνοψίσουμε κάποιες βασικές αρχές κοινωνικής πολιτικής: Το μέγεθος της κρίσης και η ραγδαία μείωση των εσόδων του Δήμου, μας ώθησαν να ασκήσουμε κοινωνική πολιτική, αξιοποιώντας πόρους και δυνάμεις της κοινωνίας, από πλούσιους ιδιώτες και κοινωφελή ιδρύματα έως αξιόπιστες ΜΚΟ. Ο Δήμος αξιοποιεί τους δικούς του πόρους, ανθρώπινους και άλλους, εκεί όπου οι πόροι της κοινωνίας είτε δεν επαρκούν είτε δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται. Ο Δήμος επικεντρώνεται λοιπόν σε έναν ρόλο στρατηγικού και επιτελικού χαρακτήρα: σχεδιάζει εντοπίζοντας ανάγκες και προτεραιότητες, πιστοποιεί φορείς και αξιολογεί τη δράση τους, αντλεί οικονομικούς πόρους από ευρωπαϊκά προγράμματα καθώς και από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων και μια δομή σύμπραξης ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, το AthensPartnership, που μέσα σε δύο χρόνια έχει αντλήσει από χορηγίες πάνω από 10 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, ο Δήμος συνεργάζεται με ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς αξιοποιώντας προγράμματα με έμφαση στην καινοτομία, καινοτομία επιχειρηματική, αλλά και επιστημονική με εφαρμογές π.χ. στην εκπαίδευση. Υπάρχει όμως και το πεδίο της κοινωνικής καινοτομίας.

Αναφέρομαι στη στενή και καθημερινή επαφή του Δήμου με την Κοινωνία των Πολιτών, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως μέσα από ένα πρόγραμμα, το ΣυνΑθηνά, στο οποίο όλοι οι φορείς της πόλης, αναγνωρισμένες ΜΚΟ αλλά και άτυπες ομάδες πολιτών, γνωστοποιούν τις δράσεις τους, δημιουργούν συνέργειες και συμβάλλουν μέσα από το CityLab που έχει δημιουργήσει ο Δήμος στον σχεδιασμό της πόλης. Το ζητούμενο για εμάς είναι να διασυνδέσουμε όσο πιο στενά μπορούμε τις υπηρεσίες του Δήμου με αυτές τις ομάδες, ώστε να μαθαίνουν αμοιβαία ο ένας από τον άλλο και να λειτουργούν από κοινού, με σεβασμό των διακριτών τους ρόλων. Το πρόγραμμα ΣυνΑθηνά έχει δύο φορές αποσπάσει σημαντικές διεθνείς διακρίσεις στο πεδίο της κοινωνικής καινοτομίας. Αυτού του είδους η επαφή του Δήμου με την Κοινωνία των Πολιτών πιστεύω, ιδίως μάλιστα στη σημερινή Ελλάδα, ότι ανανεώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους δημόσιους θεσμούς και κατά τούτο τους επανεντάσσει στην πολιτική.

Βασική προϋπόθεση όμως για να αποκτήσει ξανά ένα πολιτικό σύστημα όπως το ελληνικό την εμπιστοσύνη των πολιτών είναι να αποδείξει ότι λειτουργεί με διαφάνεια σε όλες τις διαδικασίες του. Γι’ αυτό και φροντίσαμε να μπει ο Προϋπολογισμός του Δήμου on-line, ώστε οι πολίτες να μπορούν να παρακολουθούν την εξέλιξη των εσόδων και εξόδων σε ζωντανό χρόνο. Δεύτερη βασική προϋπόθεση ήταν ότι έπρεπε να εξυγιάνουμε τον Προϋπολογισμό.

Από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, επιδοθήκαμε σε συστηματική εξοικονόμηση πόρων, περιορίζοντας τα περιττά έξοδα. Αρχίσαμε από τον ραδιοσταθμό του Δήμου που απασχολούσε 400 άτομα, εξυπηρετώντας πελατειακού χαρακτήρα πολιτικές των προηγούμενων διοικήσεων. Ενώ η φιλελεύθερη συνιστώσα της παράταξής μας επιθυμούσε το κλείσιμο του ραδιοσταθμού και την απόλυση των εργαζομένων, με το επιχείρημα ότι λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί στην πόλη, εμείς αναδιαρθρώσαμε το περιεχόμενο του σταθμού, στρέφοντάς το περισσότερο προς τα θέματα της πόλης, μειώσαμε σταδιακά το προσωπικό κάτω από το μισό, αρχίζοντας από τους δημοσιογράφους που είχαν δουλειές και σε άλλα ΜΜΕ. Τα συνολικά έξοδα του σταθμού περιορίστηκαν στο 1/3 περίπου της προηγούμενης περιόδου. Η εξοικονόμηση πόρων επεκτάθηκε και στο σύνολο του Δήμου, με αποτέλεσμα από την πρώτη χρονιά να μετατρέψουμε το έλλειμα του προϋπολογισμού σε πλεόνασμα. Αυτό μας επέτρεψε να μειώσουμε σταδιακά τους τοπικούς φόρους (δημοτικά τέλη), ιδίως αυτά που βαρύνουν τους επαγγελματίες της πόλης μας, προκειμένου να μην χαθούν κι άλλες θέσεις εργασίας.

Eνα τρίτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι ο συμμετοχικός προϋπολογισμός. Ενα τμήμα των έργων του Δήμου, κυρίως αυτό που αφορά τις γειτονιές της πόλης, θα αποφασιστεί από τους ίδιους τους κατοίκους μέσα από διαδικασίες συμμετοχής στη διαδικασία κατάρτισης του ετήσιου προϋπολογισμού.

Στις πόλεις λοιπόν ανήκει το μέλλον και η Αριστερά είναι η πολιτική δύναμη που έχει το ιστορικό καθήκον να αξιοποιήσει όλο το δυναμικό και καινοτόμο στοιχείο που ανθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα

Την τελευταία διετία όμως αντιμετωπίζουμε και μία κρίση μέσα στην κρίση. Αναφέρομαι στο θέμα του Προσφυγικού, με τις ακατάσχετες ροές προσφύγων και μεταναστών «χωρίς χαρτιά» που μέσα στο καλοκαίρι του 2015 άρχισαν να φτάνουν μαζικά στην Ελλάδα από την Τουρκία. Σε αυτό το ακανθώδες ζήτημα η Αθήνα κλήθηκε να ηγηθεί μέσω του παραδείγματος (leading by example). Ηταν η πρώτη πόλη στη χώρα που παρεχώρησε έκταση για να δημιουργηθεί ο πρώτος καταυλισμός προσφύγων και έκτοτε ο δήμος συμμετέχει ενεργά στο θέμα της στέγασής τους σε διαμερίσματα στην πόλη καθώς και σε σημαντικά προγράμματα κοινωνικής ένταξης, εγχείρημα ιδιαιτέρως δύσκολο καθώς οι πρόσφυγες καλούνται να ενταχθούν κοινωνικά σε μια χώρα στην οποία για διάφορους λόγους οι ίδιοι πρώτα δεν επιθυμούν να παραμείνουν. Ο δήμος πρωτοστάτησε όμως και στη δημιουργία της πρωτοβουλίας για τις «Πόλεις Αλληλεγγύης» στην Ευρώπη, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως π.χ. η Μαδρίτη, το Αμστερνταμ, η Βαρκελώνη, το Γκντανσκ, το Στρασβούργο και άλλες, δεσμεύονται να δεχθούν έναν αριθμό προσφύγων από την Αθήνα. Πρόκειται προς το παρόν για μια πρωτοβουλία που δεν μπορεί να εφαρμοστεί, καθώς το θέμα της υποδοχής προσφύγων ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και πρωτεύουσες δείχνουν τον δρόμο της αλληλεγγύης σε ένα θέμα που τόσες αναταράξεις προκαλεί μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, ενέχει μια τεράστια συμβολική άρα και πολιτική σημασία.

Μετά από αυτήν τη σύντομη περιήγηση στα του Δήμου Αθηναίων κατά τα τελευταία χρόνια, Θα επιχειρήσω πολύ συνοπτικά να εξηγήσω γιατί πιστεύω ότι η πολιτική που εφαρμόζουμε θα μπορούσε να αποτελέσει ένα δείγμα αριστερής πολιτικής σε μια σύγχρονη μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη.

Πρέπει ευθύς εξαρχής να ξεκαθαρίσω ότι ο συνασπισμός που κυβερνά τον Δήμο μας από το 2011 έχει σαφές φιλοευρωπαϊκό στίγμα. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, είναι ζωτικής σημασίας για τη χώρα μου από κάθε άποψη. Κυρίως για την αριστερά, που δεν μπορεί παρά να είναι μια αριστερά ταγμένη στην υπηρεσία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (rule of law). Σήμερα που αντιμετωπίζουμε στην Ευρώπη την απειλή του εθνολαϊκισμού, αντιλαμβανόμαστε τη σημασία που έχουν οι δημοκρατικοί και φιλελεύθεροι θεσμοί. Θεσμοί γενικής ισχύος που θα πρέπει να αποτρέπουν τον κοινωνικό κατακερματισμό της πολυπολιτισμικότητας. Η ανοχή προς τη διαφορετικότητα σταματά εκεί όπου εν ονόματι της πολυπολιτισμικότητας πρέπει να ανεχθούμε παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Οι δήμοι, όπως προσπάθησα να δείξω, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Αλλά και στην αναδιανομή του εισοδήματος μπορούν οι δήμοι να συμβάλουν σημαντικά, καθώς διαθέτουν την απαραίτητη εγγύτητα προς την κοινωνία, ώστε να κατευθύνουν (π.χ. μέσω του συμμετοχικού προϋπολογισμού) τα αναπτυξιακά έργα σε τομείς που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος.

Πιστεύω ότι το μέλλον ανήκει στις πόλεις. Οι πόλεις εκδηλώνουν τις τελευταίες δεκαετίες έναν εκρηκτικό δυναμισμό, που προσελκύει σε αυτές ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, σε απίστευτα μεγέθη. Την ίδια στιγμή στις πόλεις εκδηλώνονται με τη μεγαλύτερη ένταση οι συνέπειες των μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων: της εγκληματικότητας, της ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών, της μόλυνσης του περιβάλλοντος, της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Ομως τα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελούν και τα σύγχρονα κοινωνικά εργαστήρια, όπου αναζητούνται, κυοφορούνται και εφαρμόζονται οι απαντήσεις στις μεγάλες αυτές προκλήσεις. Εκεί, στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα παράγεται η γνώση και η καινοτομία, εκεί εδρεύουν τα μεγάλα καλλιτεχνικά ιδρύματα που προωθούν τον πολιτισμό. Στις πόλεις κυριαρχεί η ανοχή, η ελευθεριότητα και η καινοτομία, όλα αυτά τέλος πάντων που γοητεύουν τους νέους.

Στις πόλεις «συμβαίνουν πράγματα».

Στις πόλεις λοιπόν ανήκει το μέλλον και η Αριστερά είναι η πολιτική δύναμη που έχει το ιστορικό καθήκον να αξιοποιήσει όλο το δυναμικό και καινοτόμο στοιχείο που ανθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Το συμπέρασμά μου, έτσι, θα ήταν ότι στην Ευρώπη της κρίσης και σε μια χώρα που αποτελεί τον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας, η προοδευτική διακυβέρνηση θα πρέπει να εδράζεται στην άρση των κοινωνικών αποκλεισμών, την αποτελεσματικότητα και τη συνεργασία.