Το Κεντρο Πολιτισμού «Σταύρος Νιάρχος» | SOOC
Απόψεις

Περίπατος, εκτός Ελλάδος…

Λέω πως ο δωρητής χαρίζει, μέσω του κράτους, το Κέντρο Πολιτισμού «Σταύρος Νιάρχος» σε μένα. Από τη στιγμή όμως που το κράτος δεν έχει σχέση με μένα, ούτε και εγώ με αυτό, ο μόνος που δικαιούται να παραλάβει το δώρο είμαι εγώ
Χρήστος Μιχαηλίδης

Περπατώντας απόβραδο της περασμένης Πέμπτης στον περιβάλλοντα χώρο αυτού του εικαστικού θαύματος που λέγεται Κέντρο Πολιτισμού Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου, σκεφτόμουν ότι θα ήθελα στη νύχτα των εγκαινίων του τον επόμενο μήνα, το ελληνικό κράτος να απουσίαζε – κι ας είναι σε αυτό που το Ίδρυμα δωρίζει ετούτο το μεγαλειώδες έργο – και να γινόταν μία συναυλία με τους Έλληνες Simon & Garfunkel, όπως εκείνην την μεγαλειώδη το 1981 στο Central Park της Νέας Υόρκης, και να άρχιζαν με αυτό το τραγούδι. Το Sound of Silence. Τον Ήχο της Σιωπής.

Το κοντινότερο δίδυμο σε αυτό το αξεπέραστο αμερικανικό ντουέτο που θα μπορούσα να φανταστώ και να επιλέξω, είναι εκείνο του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα – κι ας μην με εγκαλέσουν παρακαλώ άλλοι άξιοι καλλιτέχνες μας που αγαπώ πολύ. Σε μια τέτοια πρεμιέρα, όμως, δεν θα ήθελα παρέλαση τραγουδιστών. Θα μου φάνταζε σαν κονσέρτο με ποσόστωση, δεν θα γουστάριζα καθόλου, και θα ένοιωθα ότι διαδικαστικά θάταν πάλι το κράτος παρόν.

Οι Κατσιμιχαίοι έχουν πολλά στοιχεία που με κάνουν να τους θεωρώ ιδανικούς για μια τέτοια συναυλία, στον συγκεκριμένο χώρο, για το συγκεκριμένο συμβάν, και στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που αυτό πραγματώνεται. Εκπροσωπούν πολλά πράγματα, χωρίς ποτέ να έχουν διεκδικήσει καμιά πατέντα αναγνώρισης. Το κυριότερο, εκτός από το ίδιο τους το έργο, είναι ότι μόνο μέσω αυτού έχουν μιλήσει.

Ήταν, και είναι ακόμα παρόντες σε όλες μας τις στιγμές, ας πούμε από το 80 και μετά. Με φλέρτ, με έρωτα, με διαμαρτυρία, με σαρκασμό, με χιούμορ, δημιουργία και οργάνωση, έμπνευση και προσπάθεια, με πόνο, ποίηση και στιχάκια της βροχής, με νύχτες, ποτά, ταξίδια, εικόνες από έξω, με μοναξιά, με δωμάτια σκοτεινά, ένα κλειστό, επαναστάσεις και σημαίες τρύπιες, κοντά πολύ και σε απόσταση μεγάλη, με κιθάρα, φυσαρμόνικα και πολλή σιωπή.


Αριστερά όπως στεκόμουν απ’ έξω έβλεπα το κτίριο της Λυρικής. Δεξιά τη Βιβλιοθήκη. Τα ράφια άδεια ακόμα, έτοιμα όμως να φιλοξενήσουν φως. Αναρωτιέμαι από που θάρθουν όλα αυτά τα βιβλία, να γεμίσουν ράφια τριών ορόφων; Να φωτίσουν έναν λαό που πελαγοδρομεί στο σκοτάδι; Κοιτάζω παντού, αχόρταγα. Αδιάβαστος. Δεν αναζήτησα ενημέρωση από κανέναν, κι ας έχω τόσους γνωστούς που εμπλέκονται εκεί. Δεν μπήκα στο Google. Αγνόησα τα φυλλάδια που είδα στην υποδοχή. Δεν ήθελα να μάθω, μόνο να δω.

Είχε λίγο κόσμο κι ηλιοβασίλεμα. Ένα κανάλι – ποτάμι το λέω. Που καταλήγει στη θάλασσα, και φαντάζομαι να ξεκινάει από την πόλη επάνω. Τον Ιλισσό, βρε; Όπως και νάχει, αποκτήσαμε, εκτός από βιβλιοθήκη και καινούργιο σπίτι για την όπερα, και διώρυγα. Τη Διώρυγα των Αθηνών – πως σας ακούγεται αυτό; Κι ο άνεμος, ο ανεπαίσθητος έστω, φέρνει μυρωδικά από χίλια βότανα και αρωματικά φυτά της ελληνικής γης. Λεβάντα, θυμάρι, δενδρολίβανο, φασκόμηλο, δίκταμο, φλισκούνι, αρμπαρόριζα. Σαν ποίημα του Ελύτη. Οι σκέψεις μου γίνονται τσάι του βουνού, θεραπευτικές.
Λέω πως ο δωρητής χαρίζει, μέσω του κράτους, το έργο σε μένα. Από τη στιγμή όμως που το κράτος δεν έχει σχέση με μένα, ούτε και εγώ με αυτό, ο μόνος που δικαιούται να παραλάβει το δώρο είμαι εγώ. Τουλάχιστον μέχρι να γίνει κανονικό κράτος, και να εκπροσωπεί κάθε πολίτη του. Όχι μόνο τους πελάτες. Ως τότε, λοιπόν, ας έχει το κράτος την ψιλή κυριότητα και εμείς την επικαρπία! Είναι άξιο, άμα το αφήσεις αχαλίνωτο και ανεξέλεγκτο, να κάνει ως και συνέδριο του κόμματος ή συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής του ομάδας στο προαύλιο με τα βότανα, στις όχθες της διώρυγας, στο θεωρείο της όπερας, στο αίθριο όπου θα διαβάζονται στα παιδιά τα Παραμύθια της Χαλιμάς.