Σε οδόφραγμα στα Εξάρχεια. Θα μπορούσε, άραγε, αυτό να γίνει καθημερινότητα; | Nick Paleologos / SOOC
Απόψεις

Δεν γίνονται αυτά εδώ

Το συναρπαστικό, δυστοπικό μυθιστόρημα «Γίγαντες και Φασόλια» του Τάκη Καμπύλη, περιγράφει την εικόνα της χώρας και ιδιαίτερα της πρωτεύουσάς της μετά την έξοδο από το ευρώ, όταν αρχίζουν και συμβαίνουν πράγματα που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα ζήσουμε. Οταν τα άκρα κατάφεραν να αφαιρέσουν τον λόγο από όλους τους άλλους
Κώστας Γιαννακίδης

Η υπόθεση έχει διατυπωθεί με διαφορετικούς τρόπους, αλλά δεν απλώθηκε πέρα από τις πρώτες μέρες μίας εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Ο πανικός και οι ελλείψεις θα οδηγούσαν σε μία έκρηξη βίας, ενδεχομένως ο Στρατός, όπως έλεγε και ο Καμμένος, θα έπρεπε να εγγυηθεί την εσωτερική ασφάλεια και η χώρα θα υφίστατο μία βίαιη προσαρμογή στο περιθώριο του δυτικού κόσμου, ίσως και στις παρυφές του Τρίτου.

Το βιβλίο λέγεται «Γίγαντες και Φασόλια» με εναλλακτικό τίτλο «Δεν γίνονται αυτά εδώ». Συγγραφέας του είναι ο Τάκης Καμπύλης, ένας από τους πιο χαρισματικούς δημοσιογράφους της γενιάς του που, εδώ και μερικά χρόνια, απουσιάζει από τη μαχόμενη γραμμή του επαγγέλματος. Λες και μάζευε, λοιπόν, τις λέξεις μία προς μία, σαν να έκλεβε από τα ρεπορτάζ που δεν έκανε και τα άρθρα που δεν έγραψε, για να γεμίσει τις 700 σελίδες ενός καταπληκτικού, δυστοπικού πολιτικού μυθιστορήματος.

Η Ελλάδα, λοιπόν, βγήκε από το ευρώ. Έχει καινούργιο νόμισμα, το νέο ευρώ, αλλά η οικονομία έχει επιστρέψει σε μεγάλο βαθμό στις αρχικές καταβολές της, στην ανταλλακτική της μορφή. Οι λάμπες, ας πούμε, έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αξία και σημασία από ότι είχαν στον παλιό κόσμο. Η σκοτεινή Αθήνα είναι πλέον χωρισμένη σε ζώνες επιρροής και δράσης ακραίων ομάδων. Ακροδεξιοί φασίστες συγκρούονται με αριστεριστές και αναρχικούς, το ΚΚΕ ανασύρει μνήμες βουνού, ομάδες μεταναστών οργανώνονται με δομές συμμορίας, το δημαρχείο τελεί υπό κατάληψη και οι δρόμοι γίνονται ηφαίστειο που ξερνάει βία. Και όλα δείχνουν ότι στις επόμενες εκλογές θα νικήσει το αντίστοιχο της Χρυσής Αυγής. Η κυβέρνηση είναι πλέον αδύναμη, αναζητεί οδό διαφυγής. Οι άνθρωποι σχηματίζουν ουρές στα βενζινάδικα επειδή κυκλοφορεί φήμη για φωτιά στα διυλιστήρια. Τα καφέ στο κέντρο κλείνουν όταν σέρνεται η πληροφορία για επικείμενο πλιάτσικο από αναρχικούς. Είναι η εποχή όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Και αυτό θεωρείται αρκετό για να διεγείρει φοβικά ή βίαια αντανακλαστικά. Η χώρα θυμίζει το σύμπαν μετά τη Μεγάλη Εκρηξη. Ολα είναι ρευστά. Φασίστες καταλαμβάνουν τα Εξάρχεια και αναρχικοί εκφωνούν διάγγελμα σε εθνικό δίκτυο.

Το εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη»

Ένας άνεργος δημοσιογράφος, ρεπόρτερ μεγάλης κλάσης όταν ήταν στη δουλειά, προσκαλείται στην Κωνσταντινούπολη από τούρκο επιχειρηματία που διαθέτει και γνώσεις και ενδιαφέρον για τα ελληνικά πράγματα. Ο Τούρκος αναθέτει στον Ελληνα μία έρευνα. Το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη ίσως δεν είναι κενοτάφιο. Ενδέχεται να κρύβει μέσα του ανθρώπινα οστά. Ο δημοσιογράφος συγκροτεί μία μικρή ομάδα δράσης και, παρέα με τον σκύλο του, καταπίνει χιλιόμετρα περπατώντας στη βίαιη και σκοτεινή πρωτεύουσα. Ξεκινάει την έρευνα και αναρωτιέται αν θα βρεθεί μπροστά σε μία συγκλονιστική ανακάλυψη ή σε μία ανεπανάληπτη προβοκάτσια.

Αν το κείμενο αποψιλωθεί από τα μυθιστορηματικά του στοιχεία, τότε ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του μία… διδακτορική διατριβή για το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα τον 19ο και τον πρώιμο 20ο αιώνα, με προβολή στις μέρες μας. Αυτό το σημαντικό βιβλίο είναι πολλά περισσότερα. Είναι μία λογοτεχνική σπονδή στην «παράβαση» ως κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Δεν εξωραΐζει, ούτε απενοχοποιεί την αναρχική βία και την τρομοκρατία. Προσπαθεί να τη δει μέσα από πρόσωπα και να τη φέρει αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της. Και η δυστοπική ματιά του βιβλίου δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μία αγωνιώδη κραυγή για την επικράτηση του ακραίου σε μία χώρα που, ούτως ή άλλως, η έννοια της κοινής λογικής πάσχει από καχεξίες. Προσέξτε, ακόμα και σήμερα, πώς αναπτύσσεται ο δημόσιος πολιτικός λόγος. Υιοθετεί ακραίες φόρμες προκειμένου να ακουστεί καλύτερα, πιο δυνατά. Στη δυστοπία του Καμπύλη ένα γεγονός, η έξοδος από το ευρώ, λειτουργεί ως θρυαλλίδα για την επικράτηση του ακραίου. Ναι ξέρω, θα πείτε ότι δεν γίνονται αυτά εδώ. Σωστά, δεν γίνονται. Ομως πολλά από όσα παρακολουθήσαμε την προηγούμενη δεκαετία πιστεύαμε ότι δεν μπορούν να συμβούν εδώ.

Εννοείται ότι όλες οι σκέψεις, οι στοχασμοί και τα συμπεράσματα βρίσκουν την αντιστοίχιση τους σε ανθρώπινες διαδρομές που γίνονται με το φόβο της ματαιότητας να επικρέμεται πάνω από τις πολύβουες και σκοτισμένες κεφαλές τους.

Τώρα βέβαια μην περιμένετε να κάνω εγώ κριτική στο ύφος της γραφής του Καμπύλη -μην τρελαθούμε κιόλας. Τη βρίσκω, απλώς, υπέροχη, ενδεχομένως και απελευθερωτική για τον ίδιο καθώς γράφει χωρίς τους περιορισμούς της εφημερίδας. Αν δεν γράφεις καλά με συναρπαστική ροή λόγου, δεν τολμάς να γεμίσεις 700 σελίδες. Σημείωσα επίσης το ενδιαφέρον του για τη μαγειρική και τις συνταγές που χαρίζει στον αναγνώστη, αλλά και το αυστηρό προσωπικό του αυτομαστίγωμα πάνω στην πλάτη του κεντρικού του ήρωα. Αλλά αυτό δεν είναι τα βιβλία; Μία κωδικοποιημένη αντανάκλαση του συγγραφέα πάνω σε λέξεις.