Απόψεις

Κώστα Κουτσομύτη, καλέ μου φίλε, σε αποχαιρετώ

Ο σκηνοθέτης Κώστας Κουτσομύτης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 77 ετών. Το όνομά του συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με την καλή ελληνική τηλεόραση. Είχαμε πει να βρεθούμε να μιλήσουμε για την Αριστερά που τον πλήγωνε αλλά να, ξέρεις πώς είναι αυτά, αναβάλλεις τις συναντήσεις με τους φίλους σου και τελικά τους χάνεις...
Κική Τριανταφύλλη

Την τελευταία φορά που τον συνάντησα ήταν σε μια ομιλία του Σπύρου Λυκούδη, είχε έρθει μαζί με τον γιο και παραγωγό του, Γιάννη Κουτσομύτη. Καλά μου φάνηκε και χάρηκα. Καθόλου δεν του φαινόταν ότι ήταν κιόλας 77, αγκαλιαστήκαμε και είπαμε να βρεθούμε να μιλήσουμε για την Αριστερά που τον πλήγωνε αλλά να, ξέρεις πώς είναι αυτά, αναβάλλεις τις συναντήσεις με τους φίλους σου και τελικά τους χάνεις.

Οταν χτύπησε το τηλέφωνο το μεσημέρι της Πέμπτης και έφτασε η είδηση από το Σισμανόγλειο μια εικόνα κι ένας ήχος με πλημμύρησαν. Μαζί με δάκρυα πολλά. Καλοκαίρι στη Ραφήνα το φεγγάρι να βγαίνει ψηλά μέσα από τα πεύκα φίλοι κι ένα σαξόφωνο να παίζει την εισαγωγή του Βασίλη Δημητρίου από τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» που τόσο πολύ τον συγκινούσε και μας συγκινούσε πάντα. Μια νύχτα μαγική. Ηταν σπουδαίος σκηνοθέτης ο Κώστας μας άρεσε να τον παρακολουθούμε να δουλεύει, πιστοί του γκρούπις κάποιοι φίλοι, πολύ δε περισσότερο να βλέπουμε το έργο του, εμείς και όλη η Ελλάδα αφού το όνομά του συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με την καλή ελληνική τηλεόραση.

Γερμανοτραφής, σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Κινηματογράφου της Βιέννης και μετά από ‘κει πήγε στο Βερολίνο, ήταν ο μεγαλύτερος από τρία αδέλφια και είχε μια καρδιά μεγάλη και μια αθωότητα που δύσκολα συναντάς σε άνθρωπο. Ετσι λένε ότι είναι οι Μακεδόνες, δεν ξέρω πάντως ο Κώστας ήταν από τα Γρεβενά. Εκεί γεννήθηκε το 1939 και μετά γέμισε ένα βιογραφικό με επιτυχίες.

Το 1965 γύρισε το «Δωμάτιο» την πρώτη του ταινία μικρού μήκους και ένα χρόνο αργότερα έγραψε σε συνεργασία με τον Βασίλη Βασιλικό το σενάριο για τα «Θύματα Ειρήνης» από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα. Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα αρχικά εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στη Finos Films και στη συνέχεια συνεργάστηκε με διάφορους παραγωγούς μεταφέροντας στην τηλεόραση πολύ γνωστά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που άφησαν εποχή για την τηλεοπτική ποιότητά τους και σάρωσαν τα βραβεία, όπως «Εκείνος κι Εκείνος» και  τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του Κώστα Μουρσελά, «Τερέζα Βάρμα Δακόστα» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, «Καπνισμένος Ουρανός» του Κωνσταντίνου Κοτζιά, «Κόντρα στον Ανεμο» της Ειρήνης Γαλανού, «Κατάδικος» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, «Κίτρινος Φάκελλος» του Καραγάτση, η «Εκτέλεση» (Ιων Δραγούμης) του Φρέντυ Γερμανού,  η «Πρόβα Νυφικού, ο «Μεγάλος Θυμός» και οι «Τρείς Χήρες» της Ντόρας Γιαννακοπούλου, τα «Παιδιά της Νιόβης» του Τάσου Αθανασιάδη, «Οι Μάγισσες της Σμύρνης» της Μάρας Μεϊμαρίδη, η «Τυφλόμυγα της Ευγενίας Φακίνου» και «Υστερα ήρθαν οι Μέλισσες» του Γιάννη Ξανθούλη.

Οταν ένα έργο τού άρεσε και ήθελε να το μεταφέρει στην οθόνη πρώτα πρώτα τον έπιανε μια μεγάλη ανασφάλεια. Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε ζούσε μέρα νύχτα μαζί με τους ήρωες του βιβλίου μέχρι που τους κατακτούσε. Κάποιοι τον γοήτευαν πάρα πολύ, όπως ο Λούης για παράδειγμα.

«Δεν θα μπορέσω να το κάνω αν δεν βρω τον Λούη, ένα πραγματικά μυθικό πρόσωπο», έλεγε και ξανάλεγε για τον υπέροχο ήρωα του Κώστα Μουρσελά και τον έβαζε να του διαβάζει και να του ξαναδιαβάζει το βιβλίο -φίλοι ήταν- μέχρι που τον βρήκε στο πρόσωπο του Γιώργου Νινιού.

Κάπως έτσι γινόταν με όλους. Και όταν τους ανακάλυπτε έπεφτε με τα μούτρα στη δουλειά μέχρι να τους δει να ζωντανεύουν στην οθόνη με έναν τρόπο συναρπαστικό. Γεμάτο συναίσθημα. Αντίο φίλε.