Protagon A περίοδος

Ιστορίες του δρόμου: ο φύλακας-άγγελος

Τον κοιτάζω που μου μιλάει για κάθε ζωάκι που έχει σώσει, τα ονόματά τους, τον χαρακτήρα τους. Κοιτάζω το βλέμμα του που μαλακώνει με κάθε του λέξη, ο οργισμένος Έλληνας που έβριζε τους πολιτικούς και τους ξένους...

Νίκος Ορφανός

Πρωινό ηλιόλουστο μετά από παρατεταμένη βαρυχειμωνιά και κρύο, ξεχύνομαι στην εθνική οδό. Ο αέρας ακόμα παγωμένος αλλά ο ήλιος ψηλά μετατρέπει το αυτοκίνητο σε κινούμενο θερμοκήπιο. Καθώς η πόλη απομακρύνεται στον καθρέφτη, η λιγοστή κίνηση κάνει τον αυτοκινητόδρομο να μοιάζει σχεδόν ιδιωτική οδός. Νηνεμία και το αμάξι ρολάρει με σιγουριά, καθώς χτυπάω ρυθμικά τα δάχτυλά μου στο τιμόνι στον ρυθμό της μουσικής, που, πιστός σύντροφος, με κρατάει σε εγρήγορση.

Περνάω απανωτά διόδια, τα τούνελ του Άγιου Κωνσταντίνου, πριν τη Λαμία κόβω δεξιά, διασχίζω τον περιφερειακό, με προσοχή περνάω τη -σχεδόν αθέατη- διάβαση του τρένου, χωρίς να χτυπήσω στο χαντάκι που δεν φαίνεται πριν τις ράγες και που μόνο η σηκωμένη μπάρα, μου σηματοδοτεί τη θέση του. Προσπερνώ τη βόρεια άκρη της πόλης και τραβάω για Δομοκό. Χιονάκι άλιωτο στα σκιασμένα σημεία του δρόμου, σταματάω σε ένα μισογκρεμισμένο πρατήριο.

Χορταριασμένες οι παλιές αντλίες, σπασμένα τα τζάμια, τα αυτοκίνητα που κάποτε φουλάριζαν εδώ έχουν γίνει προ πολλού σκραπ, αν δεν σαπίζουν παρατημένα σε κάποιο χωράφι. Βγαίνω να ξεμουδιάσω και μασουλάω ένα μηλαράκι, καθώς κοιτάζω τη σπασμένη Μόμπιλ επιγραφή, τα ξεφτισμένα ντουβάρια και το φως που θαμπώνει καθώς μαζεύονται τα σύννεφα.

Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω σταματάω σε έναν σταθμό ανεφοδιασμού δίπλα στον δρόμο. Γκρακ, το χειρόφρενο μαγκώνει το αμάξι, παίρνω τον μικρό μου σάκο, πορτοφόλι, κινητό, κλειδιά και ανοίγω την πόρτα. Το εστιατόριο, μεγάλο με τζαμαρία ένα γύρω. Προχωρημένο μεσημέρι, αδειανή η τεράστια σάλα, με μια απροσδιόριστη μουσική να παίζει από κάπου, ή μήπως είναι ανοιχτή τηλεόραση; Μια παρέα μεσήλικων, (αγρότες;), καπνίζουν και πίνουν μπύρες σε ένα τραπέζι. Κατευθύνομαι στο σελφ σέρβις, διαλέγω μια σαλάτα, ένα κοτοπουλάκι με ρύζι και κάθομαι σε ένα τραπέζι κάπου παράμερα. Βγάζω μια εφημερίδα, όπως πάντα, από το σακίδιό μου, βρίσκω τη σελίδα που θέλω, τη διπλώνω και διαβάζω ενώ ταυτόχρονα τρώω.

-Ορφανέ, έλα να σε κεράσουμε μια μπύρα, ακούω από την παρέα πιο κει.
-Θα έρθω με το φαγητό μου, τους απαντώ, σηκώνομαι με τα πιάτα μου στα χέρια και τους πλησιάζω.

Το ποτήρι μου γεμίζει σχεδόν αμέσως, συστηνόμαστε, καταλαβαίνω ότι με έχουνε γνωρίσει. Με ρωτάνε για την κατάσταση, πώς βλέπω τα πράγματα – εσείς να μου πείτε πρώτα, τους απαντώ.

Τα βλέμματά τους σκληραίνουν, εκφράζονται με οργή, καταπιεσμένα κόμπλεξ γυρεύουν να εκτονωθούν συνηγορώντας σε απόψεις εθνικιστικές, οι ξένοι που φταίνε, που δεν μας θέλουν, η νεοελληνική μας αυτοκαταστροφή ξεπροβάλλει σκοτεινή στα λόγια τους. Ακούω, ήρεμα ρωτάω διευκρινίσεις και ήρεμα διαφωνώ, με ένα «άντε γεια μας» ηρεμεί η διάθεση, ανταποδίδω μια γύρα το κέρασμα, κανείς δεν έχει να χωρίσει τίποτα με κανέναν στην τελική, αυτό το ξέρουμε όλοι και ξαναγινόμαστε παρέα.

Οι δύο απέναντί μου πιάνουν δικιά τους κουβέντα, για μηχανήματα, ζώα και χωράφια. Εγώ απευθύνομαι στον διπλανό μου.

-Με τι ασχολείσαι Γιώργη; Μου σκάει ένα χαμόγελο.
-Έχω κάνει πολλά πράγματα στη ζωή μου. Ό,τι θες κάνω, σε χωράφια δουλεύω, σε μερεμέτια, οικοδομές, φορτωτικές, εργοστάσια, όπου βρω.
-Πού μένεις; εδώ κοντά;
-Στη Δαμάστα, ήρθαμε για μια δουλειά και γυρνάμε.
-Πώς είναι η καθημερινότητά σου εκεί; τον ρωτώ. Ξαφνιάζεται. Ξεκινάει, μετά από μια παύση.
– Ωραία είναι. Θα ξυπνήσω το πρωί, θα πιω τον καφέ μου και θα φύγω για τα ζώα μου. Θα τα φροντίσω, θα τα ταΐσω, θα τα χαϊδέψω.
-Τι ζώα έχεις; Κτηνοτρόφος είσαι;

Ξαναγελάει.

-Όχι. Κοίτα, εγώ δε μπορώ να με υποτιμούν, κατάλαβες; Αν ήθελα θα μπορούσα να ζω ζωή και κότα, που λένε, αλλά προτιμώ μοναχός μου, παρά να με έχουν για βλάκα. Ο πατέρας μου έχει περιουσία μεγάλη. Αλλά είναι χαζός. Δεν τα πηγαίναμε καλά. Σηκώθηκα κι έφυγα και τον παράτησα κι αυτόν και το βιος και το εργοστάσιο. Πήγα κι έμεινα μόνος μου. Βρήκα τη γυναίκα μου, παντρεύτηκα, κάναμε και δυο παιδιά και δουλεύω όπου βρω. Δεν θέλω πολλά, μια χαρά είμαστε. Ένα πράγμα δεν μπορώ, να βλέπω ζώα σκοτωμένα στην άσφαλτο. Μερικοί με κοροϊδεύανε, εγώ τίποτα, έτρεχα για τα καημένα όλη την ώρα. Πήγα λοιπόν κι έφτιαξα ένα καταφύγιο, εκεί κοντά στο σπίτι, έξω απ’ το χωριό, με σπιτάκια, φαγητό, νερό και μαζεύω ό,τι παρατημένο ζωντανό δω να περιπλανιέται στην εθνική, στους αγρούς, στην ερημιά. Ξέρεις πόσα περιθάλπω που τα χτυπάνε στον αυτοκινητόδρομο; Τρέχω με το αυτοκίνητο και τα μαζεύω, τους δίνω πρώτες βοήθειες, τους δένω τα ποδαράκια με επιδέσμους, έχω ενέσεις, ό,τι μου περισσεύει εκεί το επενδύω να πούμε. Έχω φτιάξει ασθενοφόρο κανονικό. Και τώρα με ξέρουνε και μου τηλεφωνούνε, Γιώργο ένα ζώο εκεί, ένα αλλού.

Τον κοιτάζω που μου μιλάει για κάθε ζωάκι που έχει σώσει, τα ονόματά τους, τον χαρακτήρα τους. Κοιτάζω το βλέμμα του που μαλακώνει με κάθε του λέξη, την καρδιά του που γαληνεύει όλο και περισσότερο, ο οργισμένος Έλληνας που έβριζε τους πολιτικούς και τους ξένους έγινε ένα μικροσκοπικό, σχεδόν ανύπαρκτο ανθρωπάκι. Ένας άλλος Γιώργος ξεπρόβαλε, ένας αυτόκλητος προστάτης πλασμάτων περιπλανώμενων στις ερημιές, το κρύο και τη βροχή. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα ρυτιδιασμένα από τον ήλιο μάτια του. Ξέρεις τι λέει ο τάδε; με ρώτησε. Και ξεκίνησε να μου λέει για φράσεις από βιβλία και λόγια που είχε διαβάσει και του είχαν κάνει εντύπωση.

Μου έσφιξε εγκάρδια το χέρι καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο. Το απόγευμα είχε προχωρήσει. Φαντάστηκα τον Γιώργη να μπαίνει στο καταφύγιό του, τα σκυλιά του να κουνάνε τις ουρές τους χαρούμενα, τις γάτες του να τρώνε το φαγητό τους καθώς η βροχή θα έπεφτε στον τσίγκο από πάνω τους. Και χαμογέλασα κι εγώ με τη σειρά μου, που μια καλοσύνη που κρυβόταν σε μια καρδιά, με εμπιστεύτηκε και μου αποκαλύφθηκε σε όλη της τη γλυκύτητα. Δυνάμωσα την ένταση στο ηχοσύστημα και ο Μόρισεϊ ακούστηκε να τραγουδάει: η γη είναι ο πιο μοναχικός πλανήτης από όλους. Μπορεί. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορεί και όχι.

*Ο Νίκος Ορφανός είναι βουλευτής στη Β Πειραιά με το Ποτάμι.