551
|

Γελώντας για να μην κλάψεις

Αύγουστος Κορτώ Αύγουστος Κορτώ 25 Αυγούστου 2014, 00:04

Γελώντας για να μην κλάψεις

Αύγουστος Κορτώ Αύγουστος Κορτώ 25 Αυγούστου 2014, 00:04

«Γιατί πίνεις τόσο;»
«Γιατί πονάω τόσο».

Αυτό το σπάραγμα στιχομυθίας βολοδέρνει εδώ και μέρες στο μυαλό μου, αποκομμένο από κάθε περιεχόμενο πέρα απ’ τη λύπη που το διαπνέει. Και υποπτεύομαι το γιατί.

Ζόρικη υπόθεση το γέλιο – ιδίως όταν καλείται, ως μέτρο απελπισίας, να κρύψει το τρεμούλιασμα στα χείλη και στα μάτια που προμηνύει το κλάμα.

Οι τεφρές τούτες σκέψεις ανέβηκαν πάλι στην επιφάνεια του νου μου με την αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς, και τη συζήτηση που άνοιξε σχετικά με τη βαθιά κι ορισμένες φορές ανίατη πίκρα που κουβαλά, καλά κρυμμένη, ο γελωτοποιός.

Κι όπως κάθε τι που μας συνθέτει είναι πλασμένο απ’ το ίδιο ανθρώπινο υλικό μ’ όλους τους άλλους – όπως εξαίσια το θέτει ο Ουίτμαν στο “Τραγούδι το εαυτού μου” – η σκέψη της απόγνωσης του ηθοποιού αυτού που γιάτρεψε κόσμο και κοσμάκη, έστω κι επιδερμικά, για λίγο, όσο διαρκεί η μαγεία μιας ταινίας, με την ιλαρότητα που ανάβλυζε από κάθε αυτοσαρκαστική γκριμάτσα του κι απ’ τη βαθιά ερμηνευτική του μαεστρία, ήρθε και κάθισε πάνω στο πρόσφορο έδαφος του πόνου που κουβαλώ.

Όχι, δεν είναι μεγαλύτερος απ’ των περισσότερων ανθρώπων – έχω προ πολλού ξεπεράσει αυτόν τον διαστροφικό ανταγωνισμό του καημού – ούτε είναι τόσο δυσβάσταχτος ώστε ν’ αξιώνω κάποιον σπάνιο οίκτο ή τη μεταχείριση εύθραυστου αντικειμένου. Ο πόνος μου είναι όσος είναι: τόσος μου δόθηκε, τόσον έχω μάθει να αντέχω.

Απλώς η συγγένεια με τον αυτόχειρα κωμικό με τρομάζει. Η μνήμη του γέλιου που πάσχιζα με νύχια και με δόντια να χαράξω στο τόσο συχνά συννεφιασμένο πρόσωπο της μητέρας μου, μα και σε ανθρώπους που μου ήταν αδιάφοροι – συμμαθητές, γνωστοί, ομοτράπεζοι σε μια τυχαία μάζωξη – εκτός από ένα σημείο: ότι δεν ήθελα να μάθουν, μήτε καν να υποψιαστούν, πόσο βαθιά δυστυχής ήμουν κάτω απ’ το γελαστό μου προσωπείο: η γνωστή, δοκιμασμένη άμυνα του «Ridi, pagliaccio».

Και είναι τόσο κακό το κλάμα; θα με ρωτήσετε δικαίως. Δεν είναι λυτρωτικό να δίνεις διέξοδο στην οδύνη αντί να την καταπίνεις, κρύβοντάς την κάτω από μια μάσκα που μοναχά τονίζει την ερημιά που νιώθεις;

Μόνο που ορισμένοι φοβόμαστε ότι έτσι κι αρχίσουμε να κλαίμε, δεν θα μπορέσουμε να σταματήσουμε ποτέ. Και η θλίψη – ή ακόμα περισσότερο η υπέρθλιψη, όπως την ορίζει ο ψυχίατρος και ποιητής Αθανάσιος Αλεξανδρίδης – μπορεί και να σκοτώσει. Κάθε φορά που μαθαίνω ότι ένας άνθρωπος αυτοκτόνησε, η πρώτη μου σκέψη είναι: “Κουράστηκε να κλαίει”.

Εξ ου και η καταφυγή στο θυμοαναληπτικό του αλκοόλ, κι ας οδηγεί τόσο συχνά σε λάθος μονοπάτια, ή στο επιμελές μακιγιάζ του σπαραγμού μέσα απ’ τη μετάπλασή του σε μια μανιακή σχεδόν ευθυμία. Οτιδήποτε για να σκάσει το χειλάκι.

Και βέβαια ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι – ταίρια και φίλοι κι αδέλφια που συναντάς στο διάβα της ζωής – που μπορούν να κάνουν το γέλιο μας αληθινό, και να ξορκίσουν ό,τι ζόφο λουφάζει από κάτω. Χάρη στην ευεργεσία τους κάποιοι εξ ημών είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Μόνο ένα πράγμα σας ζητώ να ’χετε κατά νου όταν βρίσκεστε με ανθρώπους που σας κάνουν να ξεκαρδίζεστε, που κοντά τους ανοίγει η καρδιά σας: να θυμάστε πως την ίδια στιγμή που δίνουν φτερά στην ψυχή σας, η δική τους δεν μπορεί να πετάξει απ’ το βάρος που την πλακώνει – κι όσο μπορείτε, όσο αντέχετε, να ψάχνετε κάτω απ’ την επιφάνεια του χαμόγελού τους, και βρίσκοντας τον σκοτεινό πυρήνα του, να του δίνετε όση αγάπη και φροντίδα σας περισσεύει.

Δεν φαντάζεστε πόσο πολύτιμη είναι αυτή η παρηγοριά κάποιες στιγμές.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News