Απόψεις

H κηδεία και η παρέα

Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν έχουμε τη δυνατότητα να ζήσουμε την τρυφερή εμπειρία της κηδείας μας, να χαρούμε την παρέα μας για τελευταία φορά, ανέφελα, άδολα και χαρούμενα
Τάκης Μίχας

Δυστυχώς το ανθρώπινο ον αδυνατεί να απολαύσει μία από τις ευτυχέστερες στιγμές που θα μπορούσε ποτέ να βιώσει: Δεν μπορεί να παρευρεθεί-για προφανείς λόγους-στην κηδεία του. Η κηδεία είναι ίσως μια από τις ευτυχέστερες στιγμές που θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος. Κανένας άλλος σταθμός της ζωής -ούτε ο γάμος ούτε τα βαφτίσια- μπορούν να συγκριθούν με την κηδεία.

Η κηδεία του δίνει την δυνατότητα να ξανασμίξει με την παρέα του -όσους έχουν μείνει- και με την οικογένεια του. Φίλοι που είχε να δει χρόνια, γνωστοί που είχαν ξενιτευθεί, άνθρωποι κοντινοί του που για κάποιον λόγο είχαν απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια. Με όλους αυτούς θα ξανασμίξει στην κηδεία του. Οπως θα ξανασμίξει και με τα παιδιά του που, από την στιγμή που παντρεύτηκαν, έπαψαν να δίνουν σημάδια ζωής. Τι ευτυχία λοιπόν να μπορεί να είναι κανείς παρών στην κηδεία του! Να πει μαζί με τους φίλους του «Αντε έφυγε κι αυτός», «κάλο ταξίδι στον συχωρεμένο» η κάτι ανάλογο. Και μετά την τελετή να πάει μαζί τους σε κάποια ταβέρνα και να ξαναθυμηθούν όλοι μαζί εκείνες τις στιγμές που σφράγισαν τους δεσμούς τους. Και κανείς δεν πρόκειται να του κάνει κάποιο αρνητικό σχόλιο ή έστω και ένα πείραγμα όσο καλοπροαίρετο και αν είναι αυτό στο βαθμό που προέρχεται άπω φίλους. Στις κηδείες είναι «politically incorrect» να κάνεις αρνητικά σχόλια για των συχωρεμένο.

Ούτε ο γάμος μπορεί φυσικά να συγκριθεί με την κηδεία. Στον γάμο πρέπει κανείς να ασχοληθεί και με άλλα άτομα που δεν είναι μέρος της παρέας, τους φίλους και συγγενείς της μέλλουσας συζύγου. Στην κηδεία δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα. Ο αποθανών, αν ήταν παρών θα είχε μόνο την παρέα του να ασχοληθεί.

Στο βιβλίο του «Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα» (Doce cuentos peregrinοs) o Gabriel Garcia Marquez προσδιορίζει τον θάνατο ως «το να μην είσαι πια με τους φίλους σου». Πόσο μακρινή αυτή η «παρεοκρατική» αντίληψη του ανθρώπινου γίγνεσθαι απ αυτή πού βρίσκουμε στα έργα ενός άλλου γίγαντα του πνεύματος, του σουηδό σκηνοθέτη Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Αν ο Marquez σκηνοθετούσε την «Εβδομη σφραγίδα» δεν θα άφηνε ποτέ ασφαλώς μόνο του τον Ιππότη να παίζει σκάκι με τον Θάνατο διακυβεύοντας την ζωή του. Θα είχε μαζί του όλη την παρέα του που θα χειροκροτούσε την κάθε του κίνηση και θα τον εμψύχωνε: «Μπράβο δικέ μου!»

Για τον συντηρητισμό του άγγλου πολιτικού φιλοσόφου (και σφόδρα «αντιεκσυγχρονιστή»!) Edmund Burke η «παρέα» (τα περίφημα «little platoons») αποτελεί την κύρια πολιτική πραγματικότητα, όπως ακριβώς η οικογένεια αποτελεί την μοναδική βιολογική. Το «άτομο» η «κοινωνική τάξη»,το «έθνος» αποτελούν δευτερεύοντα ιδεολογικά επιφαινόμενα.

Οι στρατιώτες δεν σακατεύονται, ούτε σκοτώνονται στην μάχη για να «σώσουν το έθνος» η για να υλοποιήσουν «το τέλος της εκμετάλλευσης».Ούτε καν για να διατηρήσουν ζωντανή την «πνοή της ελευθερίας».

Χιλιάδες συνεντεύξεις με στρατιώτες στο μέτωπο πού διακρίθηκαν για τον ηρωισμό τους δείχνουν ότι πέφτουν στην φωτιά για να σώσουν τον Μιχάλη, τον Γιώργο τον Νίκο και τα άλλα παιδιά του λόχου. Σήμερα στην Βολιβία καθώς τελειώνει ο πόλεμος με τους αντάρτες το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι η λεγόμενη «επανένταξη» των ανταρτών. Πως θα μπορέσει ποτέ η ανία της αστικής ζωής να υποκαταστήσει το «kick» της αδρεναλίνης που του δίνει το «bonding» (δέσιμο) με την παρέα tου καθώς διασχίζουν την ζούγκλα του Choco;

Οι έρευνες για τη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας δείχνουν ότι 30%-40% του χαρακτήρα οφείλεται στην γενετική κληρονομιά που οι γονείς κληροδοτούν στο παιδί και το υπόλοιπο 60% στις παρέες. Με όλα τα εξελικτικά πλεονεκτήματα που προσέφερε για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια αυτή η προσαρμογή (adaptation)και με όλες τις δυσλειτουργίες που ίσως προκαλεί σήμερα.