726
|

Μπαίνουν τρεις σε ένα μπαρ ή «λαϊκισμός και μουσική»

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 24 Νοεμβρίου 2019, 14:00

Μπαίνουν τρεις σε ένα μπαρ ή «λαϊκισμός και μουσική»

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 24 Νοεμβρίου 2019, 14:00

Οχι δεν ήταν ο Σαγκρέντο, ο Σαλβιάτι και ο Σιμπλίτσιο που βρέθηκαν στο παλάτι του Σαγκρέντο για να συζητήσουν την Κοπερνίκεια άποψη για την περιστροφή της Γης, σε αντίθεση με τις αντίθετες αντιλήψεις της μεγάλης πλειοψηφίας, που κυριαρχούσαν επίσης στα πανεπιστήμια και τους κύκλους των μορφωμένων της εποχής. Ηταν η ΘΚ, ο ΚΚ και η ΓΠ που βρέθηκαν σε ένα μπαρ έχοντας βρει επιτέλους λίγο κοινό χρόνο, η έλλειψη του οποίου εξηγεί την σχετικά τυχαία επιλογή του συγκεκριμένου χώρου. Επιλογή που οι συνέπειές της έγιναν λίγο αργότερα αισθητές στην παρέα, καθώς, λίγο μετά τις πρώτες κουβέντες και την παραγγελία των ποτών, η ΘΚ πρόσεξε ξαφνικά το είδος της μουσικής που ακουγόταν. Ενα κακέκτυπο που είχε ανακατέψει καταστρέφοντας διάφορα στοιχεία από την έκρηξη της μουσικής δημιουργίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όπως της ροκ, ηλεκτρονικής και φολκ μουσικής, μετατρέποντάς τα σε συνταγές για την παραγωγή εύπεπτης μουσικής, χωρίς νόημα. Μουσική που δεν άρεσε σε κανέναν από τους τρεις, που όλοι (άντε τώρα με την πολιτικά ορθή έκφραση για τα γένη) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως φιλόμουσοι έχοντας μάλιστα εντρυφήσει σε πολλά μουσικά είδη.

Η παρατήρηση της ΘΚ έδωσε την ευκαιρία στην ΓΠ να αναφερθεί στις συνηθισμένες της ενστάσεις, κατά πόσον είναι αντικειμενική η κρίση για την ποιότητα ενός μουσικού είδους, πέρα από την κατανοητή κρίση «μου αρέσει» ή «δεν μου αρέσει». «Οχι», ήταν η αντίδραση του ΚΚ: «μπορούμε να βάλουμε κριτήρια ποιότητας, τόσο γενικά για τη μουσική σύνθεση και ερμηνεία, όσο και για κάθε μουσικό είδος χωριστά. Π.χ. τι εκφράζει ένα μουσικό κομμάτι, πώς και με ποια μέσα».

Και να το πάλι το ζήτημα της εμπορικότητας, όχι με την καρικατούρα «πουλάει πολύ άρα είναι κακό» ούτε με την αντεστραμμένη της όψη «πουλάει λίγο, είναι καλό», αλλά με βάση το αν «αυτό που αρέσει στο κοινό» χρησιμοποιείται για να καθορίσει τη μουσική σύνθεση ή /και τα λόγια στα τραγούδια (ενώ προφανώς η δημιουργία στην τέχνη κινείται αντίστροφα).

«Μα αυτό είναι η εφαρμογή του λαϊκισμού στη μουσική!» παρατήρησε η ΘΚ. «Οπως οι λαϊκιστές πολιτικοί στήνουν ένα πολιτικό λόγο με βάση αυτά που ξέρουν, ή νομίζουν πως θα αρέσει στον κόσμο να τα ακούει, έτσι και το μουσικό εμπορικό κύκλωμα κατασκευάζει αυτό που λέγεται σήμερα δημοφιλής μουσική, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα εμπόρευμα που μιμείται την τέχνη της μουσικής, για σκοπούς άσχετους με αυτήν».

«Βέβαια», συμφώνησε ο ΚΚ και συνέχισε την αναλογία. «Οπως ο λαϊκιστικός λόγος καταφέρνει με τη συνεχή επανάληψη των ίδιων κλισέ να κάνει τον κόσμο να θεωρεί ως πραγματικότητα αυτό το διαστρεβλωμένο υποκατάστατό της, (εξασφαλίζοντας έτσι την εξουσία του μαζί με τη δυνατότητα να τον ποδηγετεί), έτσι και η δημοφιλής μουσική, αυτό το είδος που διαδέχθηκε στην Ελλάδα τα λαϊκά και την ποπ τα τελευταία 25 χρόνια και κυριαρχεί παντού, ή το μείγμα από ρυθμικές επαναλήψεις που έχουν συντεθεί προσέχοντας να μην έχουν το παραμικρό νόημα, και διαδίδονται σε παγκόσμια κλίμακα, έχει κάνει τον κόσμο να πιστέψει ότι αυτή είναι η μοναδική μουσική».

«Οχι μόνο μοναδική αλλά και αληθινή μουσική» συμπλήρωσε η ΘΚ. «Ο κόσμος θα σου πει στη μεγάλη του πλειοψηφία ότι αυτή είναι η μουσική για την αληθινή διασκέδαση, ή για την αληθινή έκφραση των συναισθημάτων του και ό,τι άλλο – αληθινό πάντα».

Σε αυτό το σημείο ο ΚΚ συνειδητοποίησε γιατί αυτό το τόσο συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια σύνθημα «να πούμε την αλήθεια στον λαό» του φαινόταν τουλάχιστον αφελές και το κατάλαβε από αυτήν την αναλογία με την εμπορική μουσική που συζητούσε η παρέα. Ετσι, προχώρησε την αναλογία της ΘΚ, «όπως η κατανόηση της αλήθειας της μουσικής τέχνης, πέρα από την ψευδή πραγματικότητα που δημιουργούν τα εμπορικά σκουπίδια, απαιτεί πραγματικό ενδιαφέρον, καλλιέργεια και προσπάθεια, έτσι και η κατανόηση της αλήθειας των πολιτικών πραγμάτων, της αλήθειας της οικονομίας, κ.λπ. απαιτεί προσπάθεια, διάβασμα, κριτική σκέψη».

«Μα δεν αρκεί η καταστροφή που βιώνει η χώρα για να καταλάβει κανείς αυτό που συμβαίνει;» αναρωτήθηκε η ΓΠ.

«Και βέβαια όχι, αγαπητή μου φίλη», απάντησε ο ΚΚ. «Μπορεί η καταστροφή να σε κάνει να καταλάβεις ότι η πραγματικότητα για την οποία σου μιλούσαν ήταν πλαστή. Δεν αρκεί όμως αυτό για να καταλάβεις τα αίτια, ούτε να βρεις τρόπους αντιμετώπισής της».

«Αυτό δεν είναι τίποτα», συμπλήρωσε η ΘΚ, κλείνοντας έτσι τη συζήτηση, που είχε αρχίσει με την παρατήρησή της για την κακή μουσική. «Πόσοι άραγε δεν πιστεύουν ότι αυτό που ζούμε τώρα είναι μια κατασκευασμένη πραγματικότητα, στην οποία μας πήγαν κάποια «συμφέροντα», καταστρέφοντας την προηγούμενη κατάσταση (σχετικής) ευημερίας, η οποία ήταν αυτή που θα έπρεπε στ’ αλήθεια να είναι».