Αναγνώστες

Σωτήρης Τσιόδρας… ένας ποιητής;

Οταν τον ακούγαμε να μιλά, οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Στον λόγο του κυριαρχούσαν τα υποκοριστικά: μωράκια, μανούλες, γιαγιούλες… κι αυτή η ανεπιτήδευτη στοργή γλύκαινε την ανελέητη καθημερινότητα της απόγνωσης και της καραντίνας
Tο δικό σας Protagon

Χρόνια αναρωτιέμαι, γιατί οι επιστήμονες και ειδικά οι γιατροί, κάθε φορά που μας ενημερώνουν δημόσια, φορούν συνειδητά ή ασυνείδητα μια μάσκα ψυχρότητας, αυθεντίας, αποστασιοποίησης, εκκεντρικότητας ή τυπικότητας. Για να μην τους αδικώ, ίσως παίζει ρόλο ότι εμφανίζονται στις τηλεοράσεις μας άπαξ και σε λίγο χρόνο πρέπει να κατατοπίσουν, κρύβοντας το ανθρώπινο πρόσωπό τους πίσω από την επιστημονική τους επάρκεια. Ίσως πάλι, είναι απλώς επιστήμονες και όχι ποιητές.

Γιατί τι δουλειά έχουν σε μια επιστημονική ενημέρωση για τον κορονοιό φράσεις όπως, «οι νεκροί δεν είναι αριθμοί, είναι οι αγαπημένοι μας, είναι η πληγή στην καρδιά μας», ή «η επιστήμη αγωνίζεται να κάνει ποιοτική τη ζωή των ηλικιωμένων, πολλοί από τους οποίους είναι μανάδες και πατεράδες μας, δεν μπορούμε να υπάρχουμε ούτε να έχουμε ταυτότητα χωρίς αυτούς.» ή αργότερα: «δώστε στους αγαπημένους σας ένα πνευματικό φιλί, ένα νεύμα, μια πνευματική αγκαλιά. Αυτά κουβαλούν ένα τεράστιο φορτίο τρυφερότητας, μεγαλύτερο από τα ανεμπόδιστα φιλιά τα προ κορονοϊού».

Αποδελτιώνοντας λέξεις, μικρές λεπτομέρειες, αυθόρμητες συγκινημένες φράσεις, αμήχανα, φορτισμένα βλέμματα, καταλήγω στη σκέψη πως ο Σωτήρης Τσιόδρας είναι ένας ποιητής. Χωρίς ούτε ο ίδιος ίσως να το συνειδητοποιεί και χωρίς καθόλου να θέλει να προκαλέσει εντυπώσεις –όπως φάνηκε και από τις αδέξιες κινήσεις, το χαμηλό βλέμμα, το ελαφρύ δάγκωμα του χειλιού που έπνιγε την υπόρρητη συγκίνηση πριν καλά- καλά γεννηθεί- κατάφερνε να μας συνδέει με ένα άλλο σύμπαν. Μέσα σε έναν συρφετό ιατρικών όρων – λοίμωξη, χλωροκίνη, ανοσία, μοριακά τεστ, κρούσματα, θάλαμοι αρνητικής πίεσης – άνοιγε ανεπαίσθητα μια πορτούλα και κρατώντας μας από το χέρι, μας τραβούσε έξω από τον ζόφο, προς κάποιες λίγες αλλά πολύτιμες ριπές φωτός, για να μπορέσουμε να νοσταλγήσουμε το ανέφελο παρελθόν, να χαλυβδώσουμε τους δεσμούς που ροκάνιζαν η καχυποψία, η κοινωνική αποστασιοποίηση, η μοναξιά. Για μπορέσουμε να οραματιστούμε το μέλλον.

Οταν τον ακούγαμε να μιλά, οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Στον λόγο του κυριαρχούσαν τα υποκοριστικά: μωράκια, μανούλες, γιαγιούλες… κι αυτή η ανεπιτήδευτη στοργή γλύκαινε την ανελέητη καθημερινότητα της απόγνωσης και της καραντίνας. Γι’ αυτό τον παρακολουθούσαμε με προσήλωση. Αν κοιτάξουμε μέσα μας, θα συνειδητοποιήσουμε πως δεν περιμέναμε να μάθουμε από εκείνον μόνο για τα κρούσματα, τους θανάτους και την επιπέδωση της καμπύλης. Τον ακούγαμε και για να αισθανθούμε το νοιάξιμο ενός ξένου για όλους εμάς. Να διαβάσουμε πίσω από το εφηβικό βλέμμα, αυτό που δεν λεγόταν: «είμαι εδώ για σας. Ακούω τον τρόμο σας. Μην τρομάζετε όμως περισσότερο από όσο πρέπει» ή άλλοτε: «Τα παιδάκια να είναι ήρεμα», «μην μένετε μόνο στα φριχτά νέα των θανάτων. Πολλοί περισσότεροι είναι αυτοί που τα καταφέρνουν!»

Δεν ξέρω αν ο κ. Τσιόδρας έχει διαβάσει ποίηση, πεζογραφία, φιλοσοφία. Ξέρω ότι το απόγευμα στις έξι εμφανιζόμασταν ανελλιπώς στο ραντεβού μαζί του, γιατί μιλούσε με επάρκεια και παρρησία για τον ιό. Ταυτόχρονα όμως, δεν ντρεπόταν και δεν δίσταζε απ’ αυτή τη θέση, χωρίς μελοδραματισμούς, να καλοπιάνει την πονεμένη μας ψυχή και να «βλέπει πέρα από την ομορφιά και την ασκήμια» αυτού του κόσμου. «Να βλέπει τη φρίκη και τη δόξα» στην ακαταπόνητη μάχη για τον Άνθρωπο. Τι άλλο να θέλει ένας ποιητής;