Ο υποψήφιος για τον νέο φορέα, Σταύρος Θεοδωράκης, σε συνέντευξη Τύπου στα πλαίσια της 81ης ΔΕΘ | Alexandros Michailidis / SOOC
Αναγνώστες

Σταύρος Θεοδωράκης: Χειρώναξ, αυτοδίδακτος και με λαϊκή καταγωγή

Χάρη στο πείσμα, την τελειομανία, αλλά κυρίως σε μια πρωτογενή σχέση με την ζωή, ο Θεοδωράκης με ότι καταπιάστηκε, γνώρισε επιτυχία...
Tο δικό σας Protagon

O Σταύρος Θεοδωράκης διαθέτει τρία χαρακτηριστικά που ο Κωστής Παπαγιώργης αγαπούσε ιδιαίτερα. Είναι χειρώναξ, αυτοδίδακτος και έχει λαϊκή καταγωγή.

Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ξεκίνησε να εργάζεται ως μαθητευόμενος ρεπόρτερ,   παράλληλα δούλευε «κι αλλού, γιατί δεν πίστευα ότι θα γίνω δημοσιογράφος. Πήγαινα και έκανα μεροκάματα σε χειρωνακτικές μικροδουλειές, όπως σε φορτηγά». Ακόμη και όταν οι Πρωταγωνιστές άγγιξαν το πικ της δόξας και της επιτυχίας, εξακολουθούσε να χειρωνακτεί κατά το γύρισμα και την παραγωγή. Στον άνθρωπο βγαίνει πρώτα η ψυχή και μετά το χούι. «Γιατί αλήθεια, πόσους πολιτικούς αρχηγούς ξέρετε που ελέγχουν και ξεδιαλέγουν οι ίδιοι την ανακύκλωση στο γραφείο;» γράφει εν κατακλείδι μέλος της Νεολαίας του Ποταμιού σε κείμενο της «Γιατί στηρίζω Σταύρο», εν όψει του πρώτου γύρου των ενδοπαραταξιακών εκλογών για την ανάδειξη αρχηγού στον Νέο Φορέα της Κεντροαριστεράς, την Κυριακή 12 Νοεμβρίου.

Ο Παπαγιώργης έτρεφε ανέκαθεν ιδιαίτερα εκτίμηση για τους ανθρώπους που το έλεγαν τα χεράκια τους. Τα τελευταία έτη της ζωής του, -τότε που η ζωή κάνει μια αλλόκοτη τούμπα, και τα μακρινά γίνονται κοντινά, και τα κοντινά μακρινά-, δεν χόρταινε να καταγράφει αναμνήσεις από τον δεινό χειρώνακτα πατέρα του. Τότε που είχε μετατρέψει έναν περιστερώνα για σπίτι τους, όταν στο χωριό της Εύβοιας που είχε πάρει μετάθεση ως δημοδιδάσκαλος, δεν υπήρχε διαθέσιμη στέγη. Τότε που του έφτιαξε βιβλιοθήκες μέχρι το ταβάνι και τον ουρανό, όταν επέστρεψε ο Κωστής από το Παρίσι, για να στεγάσει τα «απαλλοτριωμένα» βιβλία φιλοσοφίας του μεταφερμένα με τόσο κόπο από την μακρινήν Εσπερίαν.

Αυτός ο χειρώναξ, ο άναξ των χειρών, ο Σταύρος Θεοδωράκης είναι επίσης αυτοδίδακτος σαν τον Παπαγιώργη, που το έσκαγε από παντού, το πανεπιστήμιο, τον στρατό, για να παραδώσει εαυτόν σε μία τυφλή αυτοδιδαχή. Ο οίστρος και οι ικανότητες του αυτοδίδακτου ενίοτε υπερβαίνουν τις γνώσεις και τις δυνατότητες του μοσχοσπουδαγμένου. Άλλωστε οδηγός του ξεσκολισμένου είναι πάντοτε η τύφλα. Μόνο το περιθώριο, η αυτενέργεια κρατάει σε επιφυλακή, σε εγρήγορση, τρέφει και ακονίζει το σώμα και το πνεύμα.

«Δεν διατηρώ ποτέ φιλίες με γυναίκες διότι αυτό μου επιβάλλει η λαϊκή καταγωγή μου», αρέσκετο να καγχάζει ο Παπαγιώργης. Κάθε λογής προκοπή, διακρίσεις, σταδιοδρομίες, τάλαντο, δεν πίστευε απαραιτήτως ότι προκύπτουν από τα μεγάλα τζάκια. Τα καλά βιβλία, όπως όλα τα καλά σε αυτήν την ζωή, έλεγε, έρχονται πάντα από κει που δεν το περιμένεις.

Στον Σταύρο Θεοδωράκη, γεννημένο σε ένα καφενείο του χωριού Δραπανιάς των Χανίων, και μεγαλωμένο στις αλάνες της Αγίας Βαρβάρας, ανεξαρτήτως συμπαθείας ή μη, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις το χάρισμα του στην κάμερα. Της μιλούσε, την υπνώτιζε. Ο Θεοδωράκης κόμισε στα νεόκοπα απορρυθμισμένα τηλεοπτικά μας ήθη κάτι τω όντι καινοφανές και καινοτόμο. Εισήγαγε την αμεσότητα, την ειλικρίνεια (είλη=φως του ήλιου+κρίνω, κρίνω υπό το φως του ήλιου) και μία γνήσια διάθεση άρσης του κιτς, που είχε ενσκήψει και δεσπόσει στην ελληνική κοινωνία της μεταπολίτευσης, των κονδυλίων της Ευρωπαικής Ένωσης και της απότοκης αφθονίας. Το κιτς αποκλείει από το σκηνικό του πεδίο όλα όσα ουσιαστικά απαράδεκτα διαθέτει η ανθρώπινη φύση, έγραφε ο Μίλαν Κούντερα το 1984 από το Παρίσι για την πατρίδα του, Τσεχοσλοβακία. Τα είδη του ποικίλλουν: υπάρχει το αισθητικό, το πολιτισμικό, το θρησκευτικό,  το κομματικό, το «δεξιό», το «αριστερό», το πολιτικό, το εθνικό, το ευρωπαικό, το διεθνές κιτς.

Χάρη στο πείσμα, την τελειομανία, αλλά κυρίως σε μια πρωτογενή σχέση με την ζωή, ο Θεοδωράκης με ότι καταπιάστηκε, γνώρισε επιτυχία: το ρεπορτάζ, την δημοσιογραφία, τους Πρωταγωνιστές, -που άλλαξαν άρδην και διαμόρφωσαν εκ νέου το τηλεοπτικό τοπίο των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην Ελλάδα-, το Αλάτσι, -το κρητικής εμπνεύσεως εστιατόριο στο κέντρο της πρωτεύουσας-, και φυσικά την πολιτική.

Όταν την άνοιξη του 2014 ανακοίνωνε την σύσταση νέου πολιτικού κόμματος, με τον ίδιο επικεφαλής, κομματικά μεγαθήρια και πολιτικά τζάκια μειδιούσαν αυτάρεσκα. Για να απωλέσουν τάχιστα το χαμόγελο με τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών του ιδίου έτους. Το Ποτάμι τα είχε πάει λίγο υποδεέστερα από τις προσδοκίες του δημιουργού του, αλλά κατά πολύ υψηλότερα από τις εκτιμήσεις των αντιπάλων και των ξένων.

Στην σχολή, ένα χαρισματικός καθηγητής, που από τα νιάτα του διέπρεψε, κι έτσι μετά είχε όλο τον χρόνο μπροστά του να τα κάνει και στην ζωή και την καριέρα του μαντάρα, μας δίδασκε πολιτική φιλοσοφία, κυρίως Λούκατς, Φουκώ, και τον πολυαγαπημένο του Μερλώ Ποντύ. Από το λίγα που καταλάβαινα από τον μεταμοντέρνο λόγο του ήταν τα εξής. Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι την Πολιτεία πρέπει να την κυβερνούν οι άριστοι, που για εκείνον είναι οι φιλόσοφοι. Ο Πασκάλ, ο Μπλεζ Πασκάλ, -όχι ο άλλος, ο σύγχρονος Μπρυκνέρ-, έκρινε ότι πρέπει να κυβερνούν οι ισχυροί. Ενώ σύμφωνα με τον Σπινόζα, ακόμη και αν κυβερνούν οι άριστοι, η πολιτική και η εξουσία θα τους διαφθείρει, θα υποστούν και θα βιώσουν την αλλοτρίωση. Σύμφωνα με τον Εβραίο φιλόσοφο μόνο οι κατάλληλοι θεσμοί που λειτουργούν σωστά μπορούν να λύσουν το πολιτικό πρόβλημα, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά, άριστος ή όχι, καλός ή κακός. Θέση που πρεσβεύει και ο αρχηγός και οι πρωτεργάτες του Ποταμιού.

Ο Σταύρος Θεοδωράκης δεν είναι «άριστος» στις σπουδές ή την καταγωγή, ούτε διατείνεται ότι είναι. Στις Ευρωεκλογές του 2014, που ήταν η πρώτη αναμέτρηση του νεοσύστατου κόμματός του κατά την οποία έλαβε δύο έδρες, ο ίδιος ήταν απολύτως τίμιος και ξεκάθαρος. Δεν κατέβηκε υποψήφιος, διότι έκρινε ότι δεν θα μπορούσε από αυτήν την θέση να προσφέρει. Δεν ήξερε τα κατατόπια, την ευρωπαϊκή πιάτσα. Ο Θεοδωράκης, επίσης, δεν είναι ισχυρός, ούτε φιλοδοξεί να γίνει, από μικρό του άρεσε, ήταν με την δύναμη, αυτό του έμαθε η αλάνα. Όσον αφορά την αλλοτρίωση του ανθρώπου από την αρχή, την πολιτική και την εξουσία, θα ήταν άτοπο, ανεδαφικό και αφελές, να ισχυριστεί κανείς ότι όταν κοιτάζεις κατάματα την άβυσσο, αλλάζει μόνο εκείνη και ουχί το υποκείμενο βλέμμα. Ο Θεοδωράκης δεν είναι επαγγελματίας πολιτικός, τα αδύναμα σημεία του, είναι η δύναμη του, η όποια ένδειά του αποτελεί εν ταυτώ τον πλούτο του. Η ιδιοφυΐα του, -ευφυής στα ίδια-, δεν αναγκάστηκε ποτέ να φορέσει το ξύλινο παλτό του πανεπιστημίου, της εκπαίδευσης. Η αυθορμησία του παιδιόθεν έβρισκε ποτάμι, ρυάκια και εκβολές για να κυλήσει, να διέλθει, και να ενωθεί με το λαϊκό, αυτό που είναι πάντα ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

Ο Σταύρος Θεοδωράκης, από τα γεννοφάσκια του υποψιασμένος, έχει την ευφυΐα μαράζι, αλλά την οξυδέρκεια φυλαχτό. Επιδιώκει πάντα να επιλέγει, με ό,τι και αν καταγίνεται, ικανούς και άξιους συνεργάτες. Για να αλλάξει το πλαίσιο. Είθε αυτό να είναι μέχρι τέλους το ήθος του. Κι αν του αρέσει να αλλάζει συνεχώς αγώνισμα ή παιχνίδι, η εμπειρία μέχρι στιγμής δείχνει ότι στο τέλος κάθε δοκιμασίας, η αλάνα του ανήκει. Ένα μόνο ας θυμάται. Το τάλαντο, το χάρισμα, ομοιάζει με κάτι σπάνια υδρόβια στα βάθη των ωκεανών φυτά. Όταν τα αποσπάσεις από το φυσικό τους περιβάλλον, εκδικούνται με αυτοεξαφάνιση.

Καλή επιτυχία, Σταύρο.