675
|

Είναι και δική σου αυτή η πόλη, ε;

Σπύρος Αμοιρόπουλος 27 Μαρτίου 2019, 16:44

Είναι και δική σου αυτή η πόλη, ε;

Σπύρος Αμοιρόπουλος 27 Μαρτίου 2019, 16:44

Εχουν γραφτεί και ειπωθεί διάφορα για το φαινόμενο της μουτζούρας σε τοίχους και μνημεία σε όλη τη χώρα. Πολλά από αυτά δεκτά και σοβαρά. Αλλά το θέμα δεν λύνεται όπως βλέπουμε. Το φαινόμενο εντάσσεται στην αντίληψη του λαού μας για τον δημόσιο χώρο αλλά και τη ζωή γενικότερα, πράγμα που κληροδοτείται στις επόμενες γενιές (ξεκίνησε πριν από 30 χρόνια περίπου).

Από περιέργεια και ενδιαφέρον, διέσχισα εικονικά τους δρόμους μερικών πόλεων της Ευρώπης μέσω Google Earth, και είδα τη διαφορά: Στην Μπριζ, το Γκέτεμποργκ, σε πόλεις της Γερμανίας, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου οι τοίχοι είναι καθαροί. Και μάλιστα αστραφτερά καθαροί. Χάρηκα. «Τι ωραίες πόλεις», είπα. Πέτυχα και μερικά γκραφίτι σε κάποιες γωνιές αραιά και πού, μα, ήταν τέχνη του δρόμου και επιπέδου. Τόνιζαν μάλιστα την αρχιτεκτονική των κτιρίων, λάμβαναν υπόψιν τους το αστικό τοπίο και αρχιτεκτονική. Το γκραφίτι είναι όμως μια άλλη συζήτηση.

Επιστροφή στα δικά μας.

Παρατηρώ εδώ και αρκετό καιρό (επί χρόνια δηλαδή) τον «πόλεμο» της μουτζούρας στην πόλη μου τη Θεσσαλονίκη. Τα νεώτερα από το «βόρειο μέτωπο» είναι τα εξής: δεν έχει μείνει τίποτα αμουντζούρωτο πια! Τοίχοι, σωληνώσεις, κουτιά τηλεπικοινωνιών, γραμματοκιβώτια ΕΛΤΑ, στάσεις λεωφορείων, τα πάντα. Και όταν μιλάω για μουτζούρες, εννοώ κανονικές μουτζούρες με σπρέι και μαρκαδόρο, όχι τέχνη.

Το πράγμα έχει φτάσει σε σημείο όπου θα πρέπει να έρθουν εδώ κοινωνιολόγοι και κοινωνικοί ψυχολόγοι από το Yale ώστε να μελετήσουν για το τι είδους φαινόμενο πρόκειται. Να μουτζουρώνεις όλους τους τοίχους σε μια πόλη. Παράξενη ασθένεια. Συγκεκριμένα, παρατηρώ δύο σημεία τους τελευταίους μήνες: το μεταλλικό γλυπτό του Γιώργου Τσάρα με τον τίτλο «Πύλες», έξω από το Βυζαντινό Μουσείο, και την προτομή του Βασιλιά Γεωργίου Α’ (μουτζούρα σε πολιτικό στυλ και καλά), στο σημείο της δολοφονίας του στη Βασσιλίσης Όλγας.

Κάποιοι ξεκινούν και τα μουτζουρώνουν, και κάποιοι άλλοι (από τον δήμο ίσως;), έρχονται και τα καθαρίζουν. Οι πρώτοι επιστρέφουν και πάλι στο έργο τους, και οι δεύτεροι στο δικό τους. Η «μάχη» επαναλαμβάνεται διαρκώς σε σημείο βαρεμάρας. Στο διηνεκές. Αναρωτιέμαι ποιος θα κερδίσει. Το καλό ή το κακό; Η τάξη ή η αταξία; Το νόημα ή η ανοησία; Μέχρι στιγμής όμως, οι μουτζουρόβιοι στην πόλη υπερτερούν. Δεν τους προλαβαίνεις, άλλωστε το καθάρισμα είναι πιο χρονοβόρο από το βρόμισμα.

Τι έχει πάθει η νεολαία, τι έχουν πάθει όλοι αυτοί που διαμαρτύρονται ή που απλώς κάνουν χαβαλέ και μουτζουρώνουν το οτιδήποτε; Ακόμα και τα έργα τέχνης. Τι έχουν πάθει οι μεγαλύτεροι που μένουν ανήμποροι να κοιτούν ή να μην τους πολυ-ενδιαφέρει. Τι έχουν πάθει οι φορείς και δεν κάνουν καμπάνιες στα μίντια. Οι άνθρωποι μοιάζουν να το θεωρούν δεδομένο, το έχουν συνηθίσει. Πολύ σπάνια το συζητάμε στην καθημερινότητά μας ως θέμα, τουλάχιστον με κάποια σοβαρότητα. Σε άλλους μάλιστα αρέσει όλο αυτό. Είναι έκφραση -ή κι εγώ δεν ξέρω τι- για τους νέους. Ένα είδος ζωντάνιας στη βαρετή καθημερινότητα. Υπάρχει και κόσμος που δεν θεωρεί την πόλη ως κάτι δικό του, που θα πρέπει να τη φροντίζει και ο ίδιος, τους «είναι μια ξένη, φορτική».

Κάποιοι θεωρούν πως επειδή είναι δική τους η πόλη μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Αλλά καταστρέφουν, είναι ανήμποροι να δημιουργήσουν, ή δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό. Υπάρχει και η απογοήτευση πως τα πράγματα στη χώρα δεν αλλάζουν, δε λειτουργούν («Εδώ είναι Ελλάδα»), υπάρχει αδυναμία τήρησης πρακτικών κανόνων συνύπαρξης. Στην πλειονότητα των ελληνικών πόλεων δεν έχει βρεθεί ακόμα τρόπος να αναρτώνται ανακοινώσεις, αγγελίες κλπ. κάπου συγκεκριμένα και όχι όπου να ‘ναι κολλημένες. Λένε πως όταν δεν μπορείς να δημιουργήσεις καταστρέφεις. Αν νιώθουμε τις πόλεις δικές μας, θα τις λειτουργούμε σαν δικές μας. Μάλλον… αρκεί να θέλεις τα πράγματα να βελτιώνονται.

Θα συνεχίσω να παρακολουθώ τον «πόλεμο» της μουτζούρας για να δω ως πού θα το πάμε. Πού θα ολοκληρωθεί αυτό; Ποιος θα βαρεθεί πρώτος; Ο μουτζουριάρης, ή ο καθαριστής; Ελπίζω να είμαι εδώ για να το διαπιστώσω. Να μην τα κακαρώσω πρώτα και το ζήτημα να μην έχει κάπως λυθεί. Εύχομαι να γίνει το καλύτερο πάντως, διότι φοβάμαι πως αν αφήσουμε να γίνει αυτό που έχουμε διαμορφώσει ως ορίτζιναλ προσωπικό μας στυλ, θα αρχίσουμε να μουτζουρώνουμε και τους εαυτούς μας κάποια στιγμή.


* Ο Σπύρος Αμοιρόπουλος είναι Σκηνοθέτης – Μεταφραστής