Advertisement
1625
Το πορτρέτο (αριστερά) που της έκανε η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα είναι ίσως ο πιο διάσημος πίνακας της Σούζι Σολιντόρ (δεξιά) |

Μια «Καρντάσιαν» στο Παρίσι του Μεσοπολέμου

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 18 Νοεμβρίου 2017, 14:00
Το πορτρέτο (αριστερά) που της έκανε η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα είναι ίσως ο πιο διάσημος πίνακας της Σούζι Σολιντόρ (δεξιά)
|

Μια «Καρντάσιαν» στο Παρίσι του Μεσοπολέμου

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 18 Νοεμβρίου 2017, 14:00

Είναι γνωστή ως η «γυναίκα με τα πιο πολλά πορτρέτα στον κόσμο», μάλιστα η πιο διάσημη προσωπογραφία της βγήκε από τα πινέλα της Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα. Εκτός όμως από την εκκεντρική πολωνέζα ζωγράφο του Μεσοπολέμου περίπου 225 καλλιτέχνες, συνολικά, έχουν αποτυπώσει την ιδιότυπη ομορφιά της Σούζι Σολιντόρ, ανάμεσά τους οι Ζαν Κοκτώ, Φράνσις Μπέικον, Μαν Ρέι και Φρανσίς Πικαμπιά.

Η Σολιντόρ υπήρξε μεγάλη σταρ του γαλλικού καμπαρέ και της δισκογραφίας της δεκαετίας του 1930 παρόλο που τραγουδούσε σχεδόν αποκλειστικά λεσβιακά ερωτικά τραγούδια. Σήμερα, όμως, είναι σχεδόν άγνωστη, πράγμα που σίγουρα θα την έκανε έξαλλη αν ζούσε. Συνδύαζε την ριψοκίνδυνη καλλιτεχνική περσόνα με μια έξυπνη επιχειρηματική σκέψη και σίγουρα ήταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή της.

Και είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα τη δύναμη της εικόνας της. Η Σούζι Σολιντόρ -ψευδώνυμο της Σουζάν Λουίζ Μαρί Μαριόν- ήταν ίσως η πρώτη γυναίκα που άνοιξε το δικό της καμπαρέ στο Παρίσι, το «La Vie Parisienne». Και τραγουδούσε μπροστά από ένα τοίχο γεμάτο με δικά της πορτρέτα. Μάλιστα, όσο πιο πολύ της άρεσε ένας πίνακας, τόσο πιο κοντά του στεκόταν ενώ εκείνοι που δε την κολάκευαν όσο θα ήθελε ήταν στοιβαγμένοι στις τουαλέτες του μαγαζιού. Για τους καλλιτέχνες, εννοείται, αυτό ήταν μια ανεκτίμητη διαφήμιση.

man_ray_suzy_solidor_3
Γυμνό πορτρέτο της Σουζί Σολιντόρ από τον ντανταϊστή Μαν Ρέι

Άνετα μπορεί κανείς να πει ότι η Σολιντόρ ήταν μια «Καρντάσιαν» της δεκαετίας του 1930, με τα πορτρέτα της στη θέση των σημερινών σέλφι. Είχε άριστη επίγνωση της εικόνας της και δεν έπαψε ποτέ να εμπορευματοποιεί τη σεξουαλική της ζωή και το σώμα της, παραμένοντας όμως πάντα αληθινή.

«Τώρα, όταν [οι σελέμπριτις] παρουσιάζονται ως αντισυμβατικοί ως προς την σεξουαλικότητα και τις επιθυμίες τους ή με ρευστό φύλο, κατά κάποιο τρόπο ποζάρουν: βλέπετε ποπ σταρ να φλερτάρουν με αυτό, αλλά δεν το δείχνουν στα τραγούδια τους», λέει στο BBC η Τζέσικα Γουόκερ, περφόρμερ που παρουσίασε ένα σόου για την Σολιντόρ  με τίτλο «All I Want Is One Night» στο θέατρο Royal Exchange του Μάντσεστερ και στο Wilton’s Music Hall στο Λονδίνο. Και το 2018 θα ανεβάσει το έργο της στη Νέα Υόρκη στο πλαίσιο του «Brits off Broadway Season».

Η Γουόκερ  έψαξε πολύ την ιστορία της σταρ και πραγματικά εξεπλάγη. Γιατί είναι πλέον εντελώς ξεχασμένη. Η Σολιντόρ γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1900 στο Σαιν Μαλό της Βρετάνης. Η μητέρα της ήταν υπηρέτρια του δικηγόρου (με τίτλο ευγενείας) πατέρα της, ο οποίος δεν την αναγνώρισε ποτέ αν και θα ερχόταν σε επαφή μαζί της αργότερα όταν η «παράνομη» κόρη του ήταν πλέον διάσημη τραγουδίστρια.

Η Τζέσικα Γουόκερ θα παρουσιάσει το 2018 στη Νέα Υόρκη το σόου «All I Want Is One Night» για την Σολιντόρ στο πλαίσιο του «Brits off Broadway Season» [Royal Exchange Theatre]

Ο βαρόνος ήταν απόγονος του Ρομπέρ Σουρκούφ, διάσημου κουρσάρου του 18ου αιώνα (στο Σεν Μαλό υπάρχει το άγαλμά του), πράγμα που η Σολιντόρ φρόντισε βέβαια να αξιοποιήσει στο έπακρο. Της άρεσε να τραγουδάει πικάντικα ναυτικά τραγούδια ενώ στα πορτρέτα της συχνά υπάρχει ένα ναυτικό σκηνικό: ζητούσε να την απεικονίζουν στην πλώρη ενός καραβιού, σαν γοργόνα ή σαν καπετάνιο.

Έφυγε από το σπίτι της στα 17 της, για να γίνει οδηγός ασθενοφόρου κατά τη διάρκεια του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου, και στη συνέχεια μετακόμισε στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε στο σπίτι μιας πλούσιας αντικέρ -έξι χρόνια μεγαλύτερή της-, η οποία την ερωτεύτηκε σφοδρά.

Το 1932 η Σολιντόρ άνοιξε το δικό της καμπαρέ, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οπότε μετά τον πόλεμο δικάστηκε ως συνεργάτης των Ναζί. Και ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που το όνομά της εξαφανίστηκε, υποστηρίζει η Γουόκερ.  Ωστόσο, αργότερα η Σολιντόρ άνοιξε ένα καινούργιο καμπαρέ, στην Κυανή Ακτή αυτή τη φορά, άρχισε να ντύνεται με αντρικά ρούχα και ζητούσε να την αναφέρουν ως «ναύαρχο».

Διάσημη και γοητευτική

Οι στίχοι κάποιων τραγουδιών της σοκάρουν: «Τραγουδά όχι μόνο την επιθυμία της για γυναίκες, αλλά και τι πρόκειται να τους κάνει, ποια σημεία τους πρόκειται να αγγίξει. Είναι εκπληκτικό ότι ήταν τόσο μεγάλη καλλιτέχνις – τόσο ξεκάθαρη και όμως τόσο της μόδας».  Το «Ouvre» («άνοιξε»), για παράδειγμα, με το οποίο καλεί μια ερωμένη, («άνοιξε τα γόνατά σου που τρέμουν, άνοιξε τους μηρούς σου») έγινε ένα «είδος λεσβιακού ύμνου», γράφει η αμερικανίδα ακαδημαϊκός Τίρζα Τρου Λάτιμερ, στο βιβλίο της «Women Together / Women Apart: Lesbian Paris».

Francis Bacon, Mlle Suzy Solidor, 1957
Φράνσις Μπέικον, «Mlle Suzy Solidor», 1957

Γεγονός είναι πάντως ότι ενώ υπήρχε μια αβάν γκαρντ λεσβιακή διανόηση στο Παρίσι του Μεσοπολέμου (θυμίζουμε τις Γερτρούδη Στάιν, Κλοντ Καχούν και Τζούνα Μπαρνς) η Σολιντόρ δεν ήταν μέλος της. Ήταν περισσότερο μια σελέμπριτι της σόουμπιζ, που εμφανιζόταν τακτικά σε καλτ ταινίες αλλά και σε κουτσομπολίστικες στήλες εγημερίδων.

Στην δραματική ταινία «La Garçonne» του 1936 (με τις Αρλετί και Εντίθ Πιαφ), για παράδειγμα, η Σούζι έπαιζε το ρόλο της ιδιοκτήτριας νυχτερινού κέντρου που μυεί μια νεαρή φλάπερ (όπως ονόμαζαν τα «άγρια» κορίτσια της δεκαετίας του 1920, με το έντονο μακιγιάζ, τα κοντά μαλλιά και τις κοντές φούστες) στο όπιο και τον ομοφυλοφιλικό ερωτισμό.

Το καμπαρέ της, πάντως, δεν ήταν underground ή μυστικό σημείο συνάντησης, αλλά ένα κανονικό στέκι για αριστοκράτες και επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, λεσβίες και εταίρες, στην σκηνή του οποίου εκτός από την Σολιντόρ τραγουδούσαν και άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως η Εντίθ Πιαφ και η Μαρλένε Ντίτριχ, πάντα βέβαια μπροστά από τα εκατοντάδες πορτρέτα της ιδιοκτήτριας του «La Vie Parisienne».

Suzy Solidor, 1938, photographer unknown
Πορτρέτο της Σούζι Σολιντόρ, αγνώστου φωτογράφου (1938)

Τα πορτρέτα της άρχισαν να δημιουργούνται όταν η Σούζι εγκαταστάθηκε στο σπίτι της αντικέρ Ιβόν ντε Μπρεμόν ντ’ Αρ. Το κατάστημά της ήταν δίπλα στο ατελιέ της Ζαν Λανβέν και σύντομα η Σολιντόρ έγινε μοντέλο του διάσημου οίκου μόδας: περπατούσε πάνω και κάτω στην παραλία της Ντοβίλ, διαφημίζοντας τα μάλλον εξωφρενικά μαγιό της Λανβέν με δίχτυα και μαργαριτάρια.

«Με έπλασε», έχει δηλώσει η Σολιντόρ για την Μπρεμόν ντ’ Αρ, η οποία της πρόσφερε μαθήματα ορθοφωνίας και μουσικής, ενώ επίσης παράγγειλε και τα πρώτα πορτρέτα της. «Η Σολιντόρ ξεκίνησε κατά κάποιον τρόπο σαν μαριονέτα για τη φαντασία κάποιου άλλου», υποστηρίζει η Γουόκερ, αλλά μετά από μια δεκαετία, έκοψε τα νήματα που την κρατούσαν δεμένη: Εγκατέλειψε την ερωμένη της για έναν πλούσιο έμπορο αυτοκινήτων και ξεκίνησε μια καριέρα μουσική.

Με σήμα κατατεθέν της το κοντό καρέ ξανθό μαλλί και τα υπέροχα χυτά φορέματα που υπογράμμιζαν τις καμπύλες της αλλά και τις όμορφες φαρδιές της πλάτες, η Σολιντόρ υιοθέτησε ένα ανδρόγυνο στυλ, το οποίο τόνιζε με τη βραχνή φωνής της, ερμηνεύοντας τραγούδια που συνήθως τραγουδούν άντρες για να αποπλανούν τις γυναίκες. Ο Ζαν Κοκτώ την έχει περιγράψει πολύ χαρακτηριστικά ως μια φωνή που «έρχεται από το φύλο της».

solindor-picabia
Πορτρέτο της Σολιντόρ, του Φρανσίς Πικαμπιά

Ενώ είχε διάφορους εραστές, δεν έκρυψε ποτέ την προτίμησή της για τις γυναίκες. Ηχογράφησε ένα ολόκληρο άλμπουμ με τίτλο «Paris-Lesbien», ενώ μια από τις ερωμένες της ήταν και η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα η οποία ζωγράφισε ίσως τον διασημότερο πίνακα της Σολιντόρ, ένα πανέμορφο γυμνό. Αυτή η ταυτότητα δεν της έκανε κακό, αντίθετα «μεγάλωσε την γοητεία της ως σελέμπριτι», γράφει η Λάτιμερ.

Ηθικός κώδικας κατά παραγγελία

Η φήμη της επέτρεψε στην Σολιντόρ να τα βγάλει πέρα την περίοδο της ναζιστικής κατοχής του Παρισιού. Το καμπαρέ της έμεινε ανοικτό γιατί άρεσε στους Γερμανούς. Η Σούζι, εξάλλου, είχε τον δικό της ηθικό κώδικα, «Solidorian principles», τον αποκαλούσε. «Αν θέλατε να συνεχίσετε να εργάζεστε, έπρεπε η άδειά σας να εγκριθεί από τους Ναζί και να υπογράψετε ένα έγγραφο με το οποίο δηλώνετε ότι είστε μέλος της Άριας Φυλής», εξηγεί η Γουόκερ.

Solidor - fougita-Yvonne
Η Σολιντόρ με τον γαλλο-ιάπωνα ζωγράφο Λεονάρ Τσουγκουχάρου Φουτζίτα και την αντικέρ Ιβόν ντε Μπρεμόν ντ’ Αρ στην Ντοβίλ

Η Σολιντόρ το έκανε. Ίσως, όμως, έκανε κάτι παραπάνω από αυτό που ήταν απαραίτητο. Σίγουρα Εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση προς όφελός της, αλλά δεν μπορεί να  κατηγορηθεί έτσι απλά ως συνεργάτης των Γερμανών: «Υπάρχουν ντοκουμέντα που αποδεικνύουν ότι βοήθησε Εβραίους να διαφύγουν, εξασφαλίζοντάς τους τα απαραίτητα έγγραφα. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα ήταν διπλός πράκτορας: η έρευνά μου δείχνει ότι διαβίβαζε στην Αντίσταση πληροφορίες, που έπαιρνε από τους Γερμανούς όταν μεθούσαν στο καμπαρέ της», λέει η Γουόκερ.

Παρόλα αυτά, μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε ως συνεργάτης των Ναζί και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Ταξίδεψε στις ΗΠΑ – παίρνοντας μαζί της τους αγαπημένους της πίνακες με τους οποίους διακοσμούσε τις σκηνές στις οποίες εμφανιζόταν. Η επιτυχία της ήταν μεγάλη στη Νέα Υόρκη, αλλά προτίμησε να επιστρέψει στην πατρίδα της και τελικά το 1960 εγκαταστάθηκε στο Ο ντε Καν στον γαλλικό Νότο, στήνοντας και ένα καμπαρέ στο υπόγειο του σπιτιού της.

Η επανεμφάνισή της ως «ναύαρχος» -μια αρρενωπή φιγούρα φορτωμένη με παράσημα- ήταν όμως θλιβερή. «Όταν ήταν πια μια ηλικιωμένη κυρία έπινε πολύ ουίσκι και πήρε πολλά κιλά,  δεν κατόρθωσε να μείνει ελκυστική μετά τα 50», λέει η Γουόκερ, «Και φορούσε στολή γιατί ήξερε ότι το κοστούμι της πήγαινε περισσότερο».

Solidor-Cagnes
Το καμπαρέ της Σολιντόρ στο υπόγειο του σπιτιού της έγινε αμέσως η ατραξιόν του Ο ντε Καν

Υπήρχε μια θλίψη πίσω από αυτή τη μάσκα: «Είχε πάντα μια πραγματική ανάγκη να αποπλανεί τους ανθρώπους και να γίνεται επιθυμητή». Η απώλεια της ωραίας της εμφάνισης φαίνεται ότι ήταν επώδυνη για μια γυναίκα που έχτισε μια ολόκληρη καριέρα πάνω της.

Όμως η Σολιντόρ ήταν πάντα μια γυναίκα με πολλά πρόσωπα. Σαράντα από τα αγαπημένα της πορτρέτα (τα πιο σημαντικά) εκτίθενται τώρα στο μουσείο της πόλης Ο ντε Καν (Haut de Cagnes) στο οποίο τα κληροδότησε λίγο πριν πεθάνει, το 1983.

Κοιτάζοντας, λοιπόν, εικόνες από διάφορες εποχές της καριέρας της, ανακαλύπτει κανείς ότι η μορφή της μπορούσε να αλλάζει συνεχώς, αντανακλώντας άλλοτε την αθωότητα ενός αγοριού και άλλοτε την αίγλη Αμαζόνας, την αγριάδα πειρατή ή το σεξαπίλ μιας σειρήνας. Ο «συνταξιούχος ναύαρχος» ίσως δεν ήταν το αγαπημένο της πρόσωπο, αλλά ήταν μόνο ένα από τα εκατοντάδες της πιο πολλές φορές ζωγραφισμένης γυναίκας στον κόσμο.