745
Οι εκλογές τελείωσαν, οι εργάτες μαζεύουν τις αφίσες και οι γερμανοί πολιτικοί έχουν ξεκινήσει τις διαβουλεύσεις για την επόμενη κυβέρνηση | REUTERS/Christian Mang

Το τέλος της γερμανικής ανοσίας στον λαϊκισμό (και γιατί αυτό μπορεί να είναι και καλό)

Protagon Team Protagon Team 26 Σεπτεμβρίου 2017, 12:43
Οι εκλογές τελείωσαν, οι εργάτες μαζεύουν τις αφίσες και οι γερμανοί πολιτικοί έχουν ξεκινήσει τις διαβουλεύσεις για την επόμενη κυβέρνηση
|REUTERS/Christian Mang

Το τέλος της γερμανικής ανοσίας στον λαϊκισμό (και γιατί αυτό μπορεί να είναι και καλό)

Protagon Team Protagon Team 26 Σεπτεμβρίου 2017, 12:43

Πόσο αρνητικό για τη Γερμανία, την Ευρώπη και τον Δυτικό κόσμο συνολικά είναι το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής; Ο Τύπος διεθνώς κατακλύζεται από αναλύσεις, οι περισσότερες από τις οποίες συγκλίνουν στο ότι το αποτέλεσμα των εκλογών συνιστά μία μεγάλη ήττα για την Ανγκελα Μέρκελ αλλά και για την πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Το πιο σημαντικό ερώτημα είναι αν από το αποτέλεσμα – ή παρά το αποτέλεσμα – υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να προκύψουν θετικές εξελίξεις στο μέλλον.

Δύο από τις πιο σημαντικές δημοσιογραφικές σχολές του αγγλοσαξονικού κόσμου, οι Financial Times και ο Economist επιχειρούν να προσεγγίσουν το αποτέλεσμα από διαφορετικές πλευρές. Ο γνωστός αναλυτής των Financial Times, Γκίντεον Ράχμαν επισημαίνει ότι η πύρρειος νίκη της Ανγκελα Μέρκελ σηματοδοτεί και το τέλος της γερμανικής «ηγεμονίας». Αντίθετα ο διαχειριστής του blog Kaffeeklatsch στον Economist βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο: το αποτέλεσμα δεν ήταν ευχάριστο, αλλά ήταν αναμενόμενο και τελικά ίσως από αυτό προκύψουν θετικές εξελίξεις, γράφει.

Μεταπολεμικά και επί μακρόν η Δύση έβλεπε τις ΗΠΑ ως τον φυσικό ηγέτη της αναφέρει ο Ράχμαν. Αλλά μετά ήρθε ο Τραμπ και όλοι στράφηκαν στην ήρεμη δύναμη που αντιπροσώπευε η Μέρκελ και η Γερμανία, αυτή η «νησίδα  νηνεμίας σε έναν κόσμο που βρίσκεται υπό την εισβολή των λαϊκιστών». Την περασμένη Κυριακή έκλεισε και αυτό το κεφάλαιο, κατά τον αναλυτή των Financial Times. Η Γερμανία έχασε την «ανοσία» της στον αντισυστημικό λαϊκισμό και κατά συνέπεια η καγκελάριος δεν μπορεί να υποδύεται τον ρόλο της ηγέτιδας του δυτικού κόσμου, ο οποίος της αποδόθηκε μετά τη νίκη του Τραμπ.

Ο Ράχμαν προβλέπει ότι η παρουσία του AfD στη γερμανική Βουλή θα αυξήσει την πίεση προς τη νέα γερμανική κυβέρνηση να κινηθεί προς εθνικιστικές θέσεις, ενώ παράλληλα θα κάνει πιο δύσκολη τη θέση της χώρας διεθνώς. Γιατί θα διευκολύνει τον κάθε Ερντογάν ή τους λαϊκιστές πολωνούς πολιτικούς, όταν και εφόσον στο μέλλον ενοχληθούν από κάποια απόφαση του Βερολίνου να ξαναπαίξουν την «κασέτα» του ναζιστικού παρελθόντος. Αρνητικά βλέπει ο αναλυτής των Financial Times και τις εξελίξεις ως προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, καθώς το αποτέλεσμα θα αποδυναμώσει τη συμμαχία με το Παρίσι που ως σήμερα προωθεί τις μεταρρυθμίσεις στην ΕΕ – και όχι μόνο γιατί στη νέα κυβέρνηση πιθανότατα θα μετέχουν οι Φιλελεύθεροι που δεν είναι και οι πιο ένθερμοι ευρωπαϊστές. Η ψήφος της Κυριακής και η άνοδος του λαϊκισμού έδειξε ότι ένα τμήμα των Γερμανών εργαζομένων εκτιμά πως η ποιότητα της ζωής τους φθίνει και αυτό από μόνο του καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε εκδήλωση γενναιοδωρίας προς τον ευρωπαϊκό Νότο.

Παρότι η ψήφος προς τους λαϊκιστές παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, αν συγκριθεί με τη νίκη του Τραμπ, τα ποσοστά της Λεπέν ή ακόμα με τη νίκη του Brexit στη Βρετανία, η Γερμανία μετά την Κυριακή έγινε μία «κανονική» δυτική χώρα και αυτό κατά τον Ράχμαν δεν είναι ένα καλό νέο.

Από αυτό το σημείο ξεκινά η μάλλον θετική προσέγγιση του blog Kaffeeklatsch στον Economist. Το αποτέλεσμα όπως συχνά συμβαίνει έχει διαφορετικές αναγνώσεις, ανάλογα με τον «αναγνώστη». Οι απαισιόδοξοι τα βλέπουν «μαύρα», οι αισιόδοξοι ανακαλύπτουν και τις θετικές πλευρές – και με αυτή τη δεύτερη οπτική τάσσεται και ο Economist. Διότι ναι, η είσοδος ενός ακροδεξιού κόμματος, στο οποίο μάλιστα υπάρχουν στελέχη με απροκάλυπτα φιλοναζιστικές απόψεις, στη γερμανική Βουλή είναι το χειρότερο αποτέλεσμα από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μείωση της εκλογικής δύναμης των δύο κομμάτων στα οποία στηρίχθηκε πολιτικά το γερμανικό μεταπολεμικό «θαύμα» είναι αρνητική, ενώ η Γερμανία σήμερα έχει αρκετά ανοιχτά μέτωπα: η αυτοκινητοβιομηχανία της είναι σε κρίση, οι διεθνείς απαιτήσεις ώστε η χώρα να έχει πιο ενεργό διεθνή ρόλο αυξάνονται, η προσπάθεια ένταξης του ενός εκατομμυρίου μεταναστών που έφτασαν μετά το «άνοιγμα» των συνόρων από τη Μέρκελ προ διετίας είναι ακόμα στην αρχή.

Αλλά το ποσοστό που έλαβε τελικά το AfD δεν ήταν τόσο υψηλό όσο μερικοί φοβόντουσαν και υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να ενισχύσει τη γερμανική Δημοκρατία. Πώς; Κατ΄αρχάς τέσσερα χρόνια στην αντιπολίτευση ίσως κάνουν καλό στο SPD. Και η ετερόκλητη συμμαχία Πρασίνων και Φιλελευθέρων με τους Συντηρητικούς, ίσως τελικά γεννήσει μία σύνθεση από την οποία θα προκύψουν θετικά αποτελέσματα: πρόοδος στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στην προώθηση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων από τη μία πλευρά, αλλά και στη μάχη κατά της γραφειοκρατίας από την άλλη.

Στην πραγματικότητα σημειώνει ο Economist η ηρεμία που επικρατούσε προεκλογικά ήταν πλασματική. Η κοινωνική δυσαρέσκεια σιγόβραζε και η επιτυχία του AfD απλώς την έφερε στην επιφάνεια. Και αυτό έχει και τη θετική του πλευρά καθώς έτσι θα γίνει καλύτερα κατανοητή και ως εκ τούτου αντιμετωπίσιμη. Αρκεί, θα προσθέταμε, οι γερμανοί πολιτικοί να έλαβαν ορθά το μήνυμα.