892
|

Οι ουσιώδεις διαφορές

Σώτη Τριανταφύλλου Σώτη Τριανταφύλλου 22 Σεπτεμβρίου 2013, 00:08

Οι ουσιώδεις διαφορές

Σώτη Τριανταφύλλου Σώτη Τριανταφύλλου 22 Σεπτεμβρίου 2013, 00:08

Ναζιστικές και εγκληματικές συμμορίες “λευκής υπεροχής” υπάρχουν παντού: το καλοκαίρι του 2003 είχα ακολουθήσει τα ίχνη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το Πουλάσκι του Τενεσί – όπου το 1865 ιδρύθηκε η Κου Κλουξ Κλαν – μέχρι το Ντάλλας του Τέξας όπου οι Hammerskins έκαναν μαύρες γιορτές. Για λίγες εβδομάδες προσπαθούσα να καταλάβω τι μεταμορφώνει έναν άνθρωπο σε πολιτικό εγκληματία και ποια είναι τα ψυχικά του γνωρίσματα. Είναι άραγε, «κατά τα άλλα», φυσιολογικός; Τρέφει τα προβλεπόμενα αισθήματα για την οικογένεια και τους φίλους του μολονότι η ζωή του ορίζεται από εγκάρδιο μίσος; Έχει ηθικό σύστημα – έστω παραμορφωμένο – ή ενεργεί χωρίς καμιά ηθική αξία; Υπάρχει συλλογική ευθύνη «κατασκευής δημίων» ή πρόκειται για ατέλεια της ανθρώπινης φύσης;

Όπως και να συγκροτούνται οι εγκληματικές ομάδες στον υπόλοιπο κόσμο, στην Ελλάδα η δημιουργία και η δράση τους είναι, προς το παρόν, πιο ελεύθερες απ’ όσο αλλού. Λείπει το θεσμικό πλαίσιο και η πολιτική κουλτούρα που θα τις τοποθετούσε εκτός πολιτικού και κοινωνικού mainstream, δηλαδή στον σχεδόν αβλαβή χώρο του περιθωρίου (fringe) όπου συνωστίζονται τρελοί του θεού, σατιρικές ή αναχρονιστικές ομάδες (π.χ. μοναρχικοί σε παραδοσιακά αβασίλευτες δημοκρατίες), διάφοροι σχηματισμοί κυνηγών φραγκόκοτας, «βαρελοφρόνων», οπαδών του Έλβις Πρίσλεϋ και του Ντόναλντ Ντακ. Με λίγα λόγια, η πρώτη ουσιώδης διαφορά του πολιτικού μας συστήματος από εκείνα των ανεπτυγμένων χωρών είναι η μη εφαρμογή των νόμων σχετικά με τη σύσταση συμμοριών – οι νόμοι αυτοί ισχύουν και εφαρμόζονται αλλού με σχετική συνέπεια. Για παράδειγμα, η συμμετοχή των Hammerskins στο αμερικανικό κογκρέσο πρέπει να θεωρείται στοιχείο πολιτικής φαντασίας, όπως θεωρείται στοιχείο πολιτικής φαντασίας η εκλογή βουλευτή του κόμματος των «Μασκαράδων» (Fancy Dress Party) στη Βρετανία.

Η δεύτερη αιτία της ελευθερίας που απολαμβάνουν οι ναζιστικές ομάδες στην Ελλάδα –η οποία συνυφαίνεται με τα κενά της νομοθεσίας και τη γενική ατημελησία ως προς τους νόμους- είναι η διάχυσή τους στο κοινωνικό σώμα. Στις περισσότερες χώρες, οι ναζιστικές ομάδες είναι, όχι μόνο θεσμικά αλλά κοινωνικά αποκομμένες: δεν διατηρούν σχέσεις ούτε με το πολιτικό σύστημα, ούτε με τα όργανα του κράτους – ακροβατούν στο όριο μιας de facto παρανομίας. Η αμερικανική και ευρωπαϊκή δεξιά, ακόμα κι εκείνη που πιστεύει στην υπεροχή της λευκής φυλής, διαχωρίζεται με σαφήνεια από τους ναζιστές και γενικότερα από όσους χρησιμοποιούν βία. Πολλά από τα ζητήματα που συζητώνται ακόμα στην Ελλάδα –όπως π.χ. οι οδηγίες χρήσεως της πολιτικής τρομοκρατίας- έχουν κλείσει προ πολλού: καμιά φορά ακούγονται στους κύκλους των πρωτοετών των αριστερών πανεπιστημίων. Όσο για την είσδυση ναζιστικών ιδεών στην αστυνομία και στο σύστημα της δικαιοσύνης είναι μάλλον αδιανόητες. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, η γενική ατιμωρησία αφορά ήδη από το 1980 και τη Χρυσή Αυγή: αν η άσκηση βίας τιμωρούνταν όπως προβλέπουν οι νόμοι, η Χρυσή Αυγή δεν θα είχε εξελιχθεί σε κόμμα του κοινοβουλίου – θα παρέμενε μια παλιοπαρέα ψυχασθενών με τάση για φαλάκρα. 

Η τρίτη αιτία της αναβάθμισης της Χρυσής Αυγής είναι αξιοποίησή της από την πλευρά της δεξιάς. Στην Ελλάδα η παραδοσιακή δεξιά είναι πρόθυμη για όλους τους συμβιβασμούς – εν κατακλείδι, επιδεικνύει ανοησία: από την ερωτοτροπία με οργανώσεις του περιθωρίου δεν προκύπτει τίποτα καλό για τις οργανώσεις του mainstream. Εκτός δηλαδή του ότι τέτοιες προσεγγίσεις είναι ανήθικες, δεν επιφέρουν θετικό αποτέλεσμα: στην περίπτωση της συντηρητικής παράταξης, οι ψηφοφόροι της κεντροδεξιάς αποξενώνονται και οι ψηφοφόροι της ακροδεξιάς αποενοχοποιούνται.

Η τέταρτη αιτία και μια ακόμα ουσιώδης διαφορά της Ελλάδας από τον υπόλοιπο κόσμο είναι η επίμονα επιλεκτική ιστορική μνήμη: για παράδειγμα, το Ολοκαύτωμα κατέχει δευτερεύουσα θέση (εξαιτίας του λαϊκού αντισημιτισμού), ενώ καλλιεργείται το εμφυλιακό μίσος διαμέσου των επετείων στον Γράμμο, στο Βίτσι και στον Μελιγαλά. Εξυπακούεται ότι οι νεότεροι που συμμετέχουν σε τέτοιες επετείους δεν έχουν παρά νεφελώδεις πληροφορίες για τα ιστορικά γεγονότα – κυριαρχεί το συναίσθημα το οποίο μπορεί να οδηγήσει διαταραγμένα άτομα σε αποτρόπαιες πράξεις: αμάθεια, φανατισμός, πνεύμα αγέλης. 

Εξάλλου, στην Ελλάδα διαφέρει η στάση των δημοσιογράφων. Πριν από μερικές εβδομάδες, ο κ. Πορτοσάλτε ευχήθηκε, με χαρακτηριστική επιπολαιότητα, στον κ. Κασιδιάρη «καλή επιτυχία» στις δημοτικές εκλογές: στο σημείο αυτό έκλεισα το ραδιόφωνο. Το ίδιο έχει συμβεί με πολλά μέσα ενημέρωσης που αντιμετώπισαν τη ΧΑ ως ένα κόμμα “σαν όλα τα άλλα”. Απορώ ακόμα πώς πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές κτλ μοιράζονταν τις ίδιες τηλεοπτικές εκπομπές με Χρυσαυγίτες, κάθονταν στο ίδιο τραπέζι και δήθεν προσπαθούσαν να συζητήσουν μαζί τους. Όχι, αυτός ο συγχρωτισμός δεν απαντάται “και εις Παρισίους”. Ούτε χρειάζονται φόνοι για να εφαρμοστεί ο νόμος και το ηθικό δίκαιο. Καμιά φορά, σε αμερικανικά ρεάλιτι σόου (τύπου trash) εμφανίζονται μέλη ακροδεξιών οργανώσεων: πρόκειται για άτομα με νοσηρή παχυσαρκία και ελλειμματική οδοντοστοιχία – οι σποραδικές εμφανίσεις τους στην τηλεόραση υπογραμμίζουν τον περιθωριακό τους χαρακτήρα, δεν τους καταξιώνουν στο mainstream.

Τέλος, τίθεται και πάλι ένα ζήτημα υπανάπτυξης. Το ότι ένα ποσοστό του «λαού» ψήφισε μια συμμορία δεν είναι αποτέλεσμα του περιβόητου μνημονίου. Είναι αποτέλεσμα τόσο της έλλειψης αρετής αυτού του «λαού», όσο και της χρόνιας αποτυχίας των πολιτικών δυνάμεων που συνθέτουν το τοπικό σύστημα. Οι αριστεροί εθνολαϊκιστές δικαιολογούν τις πράξεις του λαού και πασχίζουν να τον συνετίσουν και να τον προσεταιριστούν – και, όπως είναι φυσικό, για να το επιτύχουν, χρησιμοποιούν τα εργαλεία και το πολιτικό ύφος που καταλαβαίνει αυτός ο ασυνάρτητος λαός.

Το ότι βρισκόμαστε ακόμα στο αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό στάδιο δίνει πολλές πληροφορίες για την πολιτική μας ταυτότητα – είναι σαν να αναγνωρίζουμε ότι η ελληνική δημοκρατία, οι νόμοι, οι θεσμοί, οι ηγεσίες, η πολιτική κουλτούρα, δεν επαρκούν για να αφοπλίσουν τα φασιστικά και ρατσιστικά στοιχεία και να τα τοποθετήσουν στη θέση μιας γελοιογραφίας.