576
|

Ας ψάλλουμε

Ας ψάλλουμε

To έχω κόψει από τα μετεφηβικά μου χρόνια το κακό συνήθειο να μουτζουρώνω το πακέτο των τσιγάρων μου και να σκίζω λουρίδες από τα τραπεζομάντηλα στις ταβέρνες. Το στυλό, περισσότερο από το πιρούνι, χρησίμευε στο σκότωμα της ώρας.

Μια φορά μόνο το χρόνο ξαναγίνομαι αντιδραστικό, νευρωτικό, ανεβάσταγο παιδί. Την Κυριακή του Πάσχα το μεσημέρι. Με το που βλέπω οβελίες, πέτσες, σπληνάντερα, γαρδούμπες και άφθονες πράσινες σαλάτες, ξυπνάει μέσα μου το τέρας. Μούρχεται να βγάλω από την τσάντα το βιβλίο μου και να το τοποθετήσω τιμητικά δίπλα στα τζατζίκια και τις τηγανιτές πατάτες.

Η μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας και όλα της τα παραφερνάλια με αφήνουν παγερά αδιάφορη. Ποτέ μου δεν πρόκειται να καταλάβω πώς είναι δυνατόν λίγες ώρες μετά την μαγειρίτσα (αυτή, μάλιστα, έχει νόημα) να στρώνονται οι συμπατριώτες μου ορεξάτοι στο φαί.  Μεγαλύτερη ποίηση έχει εκείνη ακριβώς την ιερή, οικογενειακή στιγμή ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ που διασχίζει την έρημη Αρκαδία, με μένα μέσα, τη φυγάδα, και προορισμό την εξίσου έρημη και κοιλιόδουλη απογευματινή Αθήνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Πάσχα δεν το ευχαριστιέμαι. Το αντίθετο. Η Μεγάλη Εβδομάδα, ειδικά δύο μέρες της, είναι για μένα, μια εντελώς άθεη γυναίκα, οι ωραιότερες του χρόνου. Αρχίζω να προετοιμάζομαι ψυχολογικά για την Μεγάλη Πέμπτη και την Μεγάλη Παρασκευή ψάλλοντας με ουρλιαχτά το αγαπημένο μου τροπάριο, «Τον νυμφώνα σου βλέπω». Ειδικά στους στίχους «και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ» με πιάνει το παράπονο, τους παίρνω εντελώς προσωπικά,  σαν να έχουν γραφτεί για μένα από τον  Άκη Πάνου. 

Με τέτοια προθέρμανση, όταν ξημερώνει η Μ. Πέμπτη μεταμορφώνομαι αυτόματα σε ένα εκστατικό πλάσμα, που λαχταράει και καρδιοχτυπάει για τα εξής κατά σειρά  πράγματα: 1) το έκτο από τα δώδεκα ευαγγέλια 2) την περιφορά του Εσταυρωμένου στην εκκλησία στους ώμους των παπάδων, που ψέλνουν το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» 3) τις πένθιμες καμπάνες της Παρασκευής –όχι όποιες και όποιες, αυστηρά και αποκλειστικά τις δικές μας, στην Καλαμάτα. 4)Τους επιταφίους, ειδικά  όταν τους ακολουθεί φάλτσα χορωδία τίγκα στους κομμουνιστές, όπως συμβαίνει στην πατρίδα μου, πού από τα τρία εγκώμια ξέρουν καλύτερα το «Ω γλυκύ μου έαρ» και ανάμεσα στους επισήμους βλέπεις και τον Αντωνάκη τον Σαμαρά.

Το Μ. Σάββατο τέρμα η θρησκευτική κατάνυξη της  αντίχριστης. Δίνει τη θέση της στην ανία. Καφέδες και πάλι καφέδες, ξάπλες, διάβασμα, στρώσιμο τραπεζιού, μια βιαστική βόλτα στην εκκλησία, όπου με πολύ μεγάλη τύχη μπορεί και να πιάσει καμμιά συλλαβή από το «Χριστός Ανέστη» κάτω από τα βαρελότα και κάπου στο βάθος την παιδική της αγάπη. Και μετά επιστροφή στο σπίτι τραγουδώντας. Για δοκιμάστε το. Έτσι και αρχίσετε και ψέλνετε το «Ον παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας», δεν θα βάλετε γλώσσα μέσα σας όλο το υπόλοιπο βράδυ, δεν πα να’χει, που θα’χει, η ΕΡΤ την Γλυκερία. Ο ρυθμός και η μελωδία του έχουν κάτι το εκμαυλιστικό, το θριαμβικό, σού φτιάχνουν κεφάλι. 

Κι αν απορείτε πώς όλη αυτή η εκκλησιαστική ποίηση και μελωδία επέζησε μέσα μου δεκαετίες ολόκληρες, ακόμα και επί Χριστόδουλου, πού αρνιόμουνα να πάω στην Ανάσταση, δεν είμαι η μόνη. Μεγάλωσα στην επαρχία. Οι  Χαιρετισμοί και οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας ήταν κάτι σαν τα ραντεβού μας σε ντισκοτέκ και καφετέριες. Μέρος της κοινωνικής μας ζωής. Και, τουλάχιστον, η δικιά μου γενιά στην Καλαμάτα έχει να καυχιέται και για την πρώτη  μεικτή θρησκευτική χορωδία. Επί χούντας, παρακαλώ, επί γυμνασίων  θηλέων και αρρένων. Μαζί  με το «Η ζωή εν τάφω» κάναμε πρόβες και στο φλέρτ. Αλλά εδώ σταματάω. Γιατί θα αρχίσω τις νοσταλγικές κοινοτοπίες. Καλή Ανάσταση.