616
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σε ομιλία του στη Βουλή. Οι πολιτικές του δεν ήταν ποτέ αρεστές στον Τύπο, που τώρα όμως τον δικαιώνει | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ

Ο Μητσοτάκης ως άσκηση αυτογνωσίας του Τύπου

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σε ομιλία του στη Βουλή. Οι πολιτικές του δεν ήταν ποτέ αρεστές στον Τύπο, που τώρα όμως τον δικαιώνει
|ΙΝΤΙΜΕΝΕWS/ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ

Ο Μητσοτάκης ως άσκηση αυτογνωσίας του Τύπου

H αποδημία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη συνοδεύτηκε από πρωτοφανή ομοθυμία του Τύπου για το ευεργετικό του αποτύπωμα στην πολιτική μας ζωή. Ακόμα και αν τα μισά δημοσιεύματα τα υπαγόρευσε το δέος μπροστά στην ανθρώπινη μοίρα τού τέλους ή κάποιου είδους επικαιροποιημένη πολιτική σκοπιμότητα (αν σκεφτούμε ότι ο γιός του θα γίνει σε λίγο καιρό Πρωθυπουργός), τα άλλα μισά φτάνουν για να καταγράψουν μια σκαστή παραφωνία με τη στάση του Τύπου όσο ο εκδημήσας ζούσε και δρούσε.

Ο μέσος όρος της έντασης θα ‘λεγε κανείς ήταν πάνω του ενθουσιώδους για μια πολιτική διαδρομή που κινείτο πάντα πολύ χαμηλότερα στην καταγραφή της από τα Μέσα. Κάτι συμβαίνει εδώ, δεν νομίζετε; Και δεν αφορά τον Μητσοτάκη, για την πολυτάραχη πορεία του οποίου πιστεύω δεν είναι ακόμα η ώρα της ψύχραιμης αποτίμησης, γιατί πάντα η συγκίνηση ενός θανάτου θολώνει την κρίση. Εννοώ τον Τύπο.

Ας σταθούμε σε μερικά αναμφισβήτητα κεφάλαια της πολιτικής του παρουσίας. Είναι σίγουρο ότι πάντα μιλούσε για λιγότερο κράτος, είναι ασφαλές ότι ζητούσε διαρκώς αποκρατικοποιήσεις, είναι βέβαιο ότι μας προειδοποιούσε σαν γκρινιάρης θείος ότι δεν πρέπει να καταναλώνουμε με δανεικά, είναι γεγονός πέραν αμφιβολίας ότι ήταν ο πρώτος που είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου του ΔΝΤ. Ελάχιστοι πολιτικοί, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού, προσπάθησαν να μας βγάλουν από την εύφορη πλάνη της κατανάλωσης πάνω από τις δυνάμεις μας, και αυτός ήταν ο πιο επίμονος. Αν σκεφτεί κανείς ότι δεκαετίες αργότερα ήρθε όντως το ΔΝΤ και ότι όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί του αντίπαλοι, της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης οπωσδήποτε, ήρθαν εκόντες άκοντες να υλοποιήσουν με αναγκαστικά πιο ακραίο και οδυνηρό τρόπο την πολιτική που εκείνος διεκήρυσσε από τη δεκαετία του ’80, εξ αντικειμένου μιλάμε για δικαίωσή του. Δεν εξετάζω καθόλου εδώ τι έκανε ο ίδιος για αυτό ή τι πέτυχε τα χρόνια της πρωθυπουργίας του. Μιλώ για την πολιτική φιλοσοφία που απέπνεε και κυρίως για την αντιμετώπισή της από τα Μέσα.

Ε, λοιπόν τα Μέσα Ενημέρωσης απηχούσαν πάντα το κοινό αίσθημα που ήθελε να αγνοεί επί δεκαετίες τα κακά μαντάτα. Και για μεν τον κόσμο είναι λογικό να επιλέγει να ακούει τα ευχάριστα, για τους δημοσιογράφους όμως υπάρχει μια μαύρη τρύπα στην επιτέλεση της αποστολής τους να ενημερώνουν και να αναλύουν χάριν του κοινού τη ζωή που ζούμε. Ετσι κρατούσαν τον κόσμο στο σκοτάδι (αν δεν βρίσκονταν και οι ίδιοι μέσα σε αυτό) για τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη στα οποία βασιζόταν το επίπεδο ζωής μας και για τη δυσαρμονία της κατανάλωσης με τις δυνατότητες της χώρας.

Βοηθούσαν βέβαια πάντα και οι αντιπολιτεύσεις σε αυτό (και οι δεξιές), για να μη μιλήσουμε για τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες σε συγχορδία με τον Τύπο κατηγορούσαν πάντα τις κυβερνήσεις για προϋπολογισμούς λιτότητας και στερήσεων. Το φαντάζεστε σήμερα αυτό; Να καταρτίζονται προϋπολογισμοί με έλλειμμα 24 δις και να τους θεωρούμε μοχλούς λιτότητας και φτωχοποίησης του λαού;

Θυμάστε (πλην φυσικά ελαχίστων δακτυλοδεικτούμενων εξαιρέσεων) δημοσιογράφους να στιγματίζουν τον υπερβολικό δανεισμό, τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, τους υπερβολικούς μισθούς και τα προνόμια των ΔΕΚΟ, την κρατική σπατάλη; Ακόμα και την υπερκατανάλωση της κοινωνίας, με όρους αισθητικής και life style την κατακρίναμε, όχι με όρους οικονομίας. Ολη η φασαρία κάθε χρόνο γινόταν για τις ετήσιες αυξήσεις των δημοσίων υπαλλήλων που οι πάντες συμφωνούσαν ότι ήταν μικρές -θυμάστε φαντάζομαι τα γοερά πρωτοσέλιδα για αυξήσεις- φιλοδώρημα. Ηταν η εποχή που μάλλον πίστευαν ότι και τα δανεικά ήταν φιλοδώρημα. Λιγότερα από αυτά που μας έλειπαν και δεν θα τα επιστρέφαμε και ποτέ.

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη θα μπορούσε να είναι αφορμή για μια άσκηση αυτογνωσίας του ελληνικού Τύπου. Να μην προπεράσει δηλαδή απροβλημάτιστα και ασχολίαστα, σαν να ήταν κάτι αυτονόητο, τη μετάβασή του από σφοδρός πολέμιος των πολιτικών προτάσεων του μακαρίτη στην αθόρυβη παραδοχή της δικαίωσής τους. Εδώ υπάρχει ένα έλλειμμα αυτοκριτικής για μία είδηση που χάθηκε σε αυτή τη διαδρομή. Την είδηση της χρεοκοπίας της χώρας.