485
Σκηνή από το «Ulysses» (1954). Ολες για τον γαμπρό. Με το καλό και Πρωθυπουργός | Paramount Pictures

Οι Πηνελόπες του νταλκά

Κώστας Λογαράς Κώστας Λογαράς 31 Ιουλίου 2017, 07:05
Σκηνή από το «Ulysses» (1954). Ολες για τον γαμπρό. Με το καλό και Πρωθυπουργός
|Paramount Pictures

Οι Πηνελόπες του νταλκά

Κώστας Λογαράς Κώστας Λογαράς 31 Ιουλίου 2017, 07:05

Αν μπορεί κανείς να κρατάει αποστάσεις ασφαλείας και να παρακολουθεί την «πούλπα» που ξεβράζουνε καθημερινά τα πολυμέσα, βλέπει να βγαίνουν στον αφρό τα εθνικά μας ’σώψυχα, ένστικτα και συμπτώματα της ελληνικής παθολογίας. Τα τελευταία χρόνια αναδύθηκαν από τον πάτο κάτι ξεπερασμένοι τύποι τού «καραγκιόζ-μπερντέ», καρικατούρες και παροιμιώδεις χαρακτήρες.

Σε βασική κατηγορία αναδείχθηκαν οι τσαμπουκάδες κι οι νταήδες. Ο τύπος του ανέξοδου «γκιουλέκα» – μέχρι τα ύπατα αξιώματα, αυτοί. Οι «άντε ρε που θα μου πει εμένα η Μέρκελ, πρώτα να μου δώσει όσα μου χρωστάει κι ύστερα να μου ζητάει ρέστα». Μα όταν βρεθούνε αντιμέτωποι με τον αντίπαλο, είναι οι πρώτοι που την κάνουν γυριστή και το βάζουνε στα πόδια.

Κοντά σ’ αυτούς, οι βολεμένοι και τ’ αρπακτικά («περικοπές από αλλού, όχι από μας»). Αν ζούσανε στο ζωικό βασίλειο, θα ήταν οι θρασύτατες μαϊμούδες τού Μπαλί· κάστες προνομιακές κλειστών επαγγελμάτων, συντεχνίες της ηλεκτρικής συσκότισης, συνδικαλιστές και σωματεία κι όλο σχεδόν το σινάφι των πολιτικών – του ιδίου φυράματος κι αυτοί. Ό, τι προλάβουν να διασώσουν, στην αναμπουμπούλα.

Οι μόνοι αναλλοίωτοι στο χρόνο είναι οι αλλού ντ’ αλλού celebrities & gossip: αειθαλείς μέσα στο πλαστικό φιζίκ τους, εξακολουθούν παρά την κρίση να επιβιώνουν σαν τις κατσαρίδες παραμένοντας στον κόσμο τους. Εκεί που ήσαν πάντα δηλαδή. Κι ούτε πρόκειται να πάρουν μυρωδιά ό, τι κι αν γίνει. Σφραγίδες ενός αγοραίου μικροαστισμού μεταλαμπαδεύουν αενάως τις αξίες τής νεοδημοκρατικής, της πασοκικής και της συριζαίικης αισθητικής. (Συρρικνωμένοι μεν, αλλά τους συντηρεί το ενδιαφέρον πάντα του φιλοθεάμονος κοινού – α, ναι κι ο θαυμασμός του πρωθυπουργικού συμβούλου).

Ακολουθούν οι «απ’ την πόλη έρχομαι και στην κορυφή κανέλα» , μαθημένοι σε «συνεννόηση μπουζούκι» (και γλώσσα «idiot»)· μόνιμο επιχείρημα όλων αυτών –κι είναι πολλοί, ανάθεμά τους– τι έλεγε ο αντίπαλος πριν χρόνια, αλλά τι έχει πει κι τι ξελέει ο δικός τους όταν έρχεται στην εξουσία το ξεχνάνε αυτοστιγμεί. Εξού και η αδυναμία μας να συνεννοηθούμε σαν λαός και να βγάλουμε ένα συμπέρασμα.

Επονται «Οι Πηνελόπες τού νταλκά»: ταγμένοι ψηφοφόροι, λογοδοσμένοι με τον «Μορφονιό». Ευάλωτοι στις υποσχέσεις κι επιρρεπείς στο «romancero» δίνουν όρκους πίστης και λατρείας στον γαμπρό: πλειοψηφική κατηγορία αυτοί, απ’ τους οποίους κρίνεται κάθε φορά το μέλλον της άμοιρης χώρας. Η ευπιστία τους αναδεικνύει τον πιο μυθομανή Πρωθυπουργό (και ενίοτε διπολικό: πιστεύει κι ο ίδιος τις παπάτζες του, γι’ αυτό και πείθει).

Ωσπου να γίνει τελείως γραφικός. Αλλά ως τότε, οι «απατημένες Πηνελόπες» ζουν στο περίμενε και στην αναμονή. Και σιγοτραγουδώντας «χρόνια και χρόνια με τυραννάει ../ και μου τα παίρνει και με χτυπάει / γιατί; … μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου…» (δις), διατηρούν τις αυταπάτες τους με ενημέρωση από τα κρατικά κανάλια.

Ασήμαντη κατηγορία πια, οι «λογικοί». Οι πιο χαμένοι απ’ όλους είναι αυτοί. Εξαφανισμένοι απ’ την πιάτσα – μα κι αν υπάρχουν, δεν ακούγονται. Το παλεύουν αλλά δεν βλέπουν φως. Και καταφεύγουν στην παραμυθία τού λόγου: «κι αν δεν μπορείς… τούτο προσπάθησε τουλάχιστον: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια τού κόσμου… εκθέτοντάς την στην καθημερινή ανοησία…»