341
| Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Τάχα Μακεδόνες

Στάθης Παχίδης Στάθης Παχίδης 16 Ιανουαρίου 2018, 11:41

Τάχα Μακεδόνες

Στάθης Παχίδης Στάθης Παχίδης 16 Ιανουαρίου 2018, 11:41

Εκεί, στο όρθιο, το πηγαδάκι, απομεσήμερο στη βουή του κέντρου. Λαθραναγνώστες όλοι μας στις κρεμασμένες στο περίπτερο εφημερίδες – όσες απέμειναν κι ούτε μια της πόλης μας. Η κουβέντα με το τίποτα ανάβει για το θέμα των ημερών, το συλλαλητήριο της επόμενης Κυριακής για το Μακεδονικό. Σιγά μη δε βρίσκαμε φρέσκια αιτία διχασμού.

Καραγκαγκράαααν και σκάει μύτη ο περίπου βαρύγδουπος περίπου τοπικός παράγων, απ’ αυτούς που έβγαιναν προ κρίσης φωτογραφίες με ένα ποτήρι ανά χείρας σε κοσμικά παναΐρια. Ξερόμαστε όλοι στη μικρή μας πόλη και αφού διπλοπαρκάρει τη τζιπούρα του, κάτι παίρνει απ’ το περίπτερο, κάτι παίρνει τ’ αυτί του και δεν γίνεται ν’ αφήσει την πρόκληση αναπάντητη μετά τις δημοσιοσχετίστικες χαιρετούρες.

Απασφαλίζει και ξεκινά. Σ’ ένα πεντάλεπτο οι ριπές του μυδραλίου του έμπειρου έχουν αδυσώπητα και φίρδην μίγδην ρίξει στο πεζοδρόμιο: Δημο(αψουουού)φισμα, όχι γεωγραφικό ή ιστορικό προσδιορισμό της αβάπτιστης γι’ αυτόν γείτονος, Vardar Banovina και πολύ τους πέφτει (πώς είναι η λέξη «Μακεδονία» στη νοηματική; Ίσως θα ήταν μια κάποια λύση…), όχι αλυτρωτισμούς και παραχάραξη της Ιστορίας, «πάμε να τους αγοράσουμε» και «καμιά χρήση του όρου Μακεδονία». Οχι, δεν είπε «γυφτοσκοπιανοί».

Δεν περνά από κανενός το μυαλό η σκέψη να ρωτήσει πού ήταν ο βαρύγδουπος το απόγευμα της 14ης Φεβρουαρίου του 1992 ούτε και πού θα είναι την επόμενη Κυριακή. Κάποιος από την ομήγυρη κάπως αντιλέγει για συμβιβασμό, όχι έντιμο ή άτιμο αλλά συμφέροντα ενώ ένας άλλος ψελλίζει κάτι για συνολική λύση χωρίς ουρές και εκκρεμότητες γι’ αργότερα και πως το βαφτίσι δεν είναι το παν.

Αστράφτει και βροντά ο συλλαλητήριος και προχωρά προς το γκραν φινάλε: ανίκανοι πολιτικοί και αριστεροί διαχρονικά «προδότες», «οι γνήσιοι πατριώτες δεν εισακούονται», η Ορθοδοξία και ο Λαός (ε, ναι, πού πας χωρίς Λαό…), «θα τρέμει η γη την Κυριακή» και «τέλος οι τάχα Μακεδόνες απ’ τα Λιντλ».

Με τον αέρα του άκαμπτου πατριώτη, του σκληρά αδιαπραγμάτευτου και του «τους τα ‘πα ένα χεράκι», υψηλόφρων και καμαρωτός, βιαστικά χαιρετά και επιβιβάζεται στην απαστράπτουσα τζιπούρα του.

Καθώς προσπαθούσε να ξαναμπεί στη λωρίδα κυκλοφορίας, ευκρινέστατα αλλά άναυδοι έως άλαλοι είδαμε όλοι οι αναγκαστικά ακροατές του τις βουλγάρικες πινακίδες κυκλοφορίας του υπερπολυτελούς αυτοκινήτου του.