489
Ετεοκλής, ο Γιάννης Στάνκογλου. Από την παράσταση Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος | ΚΘΒΕ

«Ανάθεμά σε, γενιά του Οιδίποδα…»

Ανδρέας Ζαμπούκας Ανδρέας Ζαμπούκας 10 Αυγούστου 2017, 07:59
Ετεοκλής, ο Γιάννης Στάνκογλου. Από την παράσταση Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος
|ΚΘΒΕ

«Ανάθεμά σε, γενιά του Οιδίποδα…»

Ανδρέας Ζαμπούκας Ανδρέας Ζαμπούκας 10 Αυγούστου 2017, 07:59

Τα καλοκαίρια στα ανοιχτά θέατρα, ακούς διάφορα. Οι παραλλαγές των μύθων, τα στιχάκια των ποιητών, οι ερμηνείες των ηρώων, όλα  πασχίζουν να σε κρατήσουν όρθιο σε έναν κόσμο που παλεύει να σε ξεχάσει.

Οι «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου παίχτηκαν στο Ανοιχτό Θέατρο της Ανδρου την Τρίτη το βράδυ. Δύσκολο έργο αφού το κείμενο σώθηκε σε κακή κατάσταση και με συμπληρώματα από τρίτους. Παρόλα αυτά το μοτίβο της αδελφοκτόνου σύγκρουσης μέσα στο εμφύλιο σώμα της πόλης αποδίδεται με τον πιο σαφή και εμβληματικό τρόπο από όλες τις τραγωδίες.

Πολλά τα σημεία της «Λέξεως», αλλά συγκράτησα από τον Ετεοκλή (Στάνκογλου) το πιο δυνατό: «Ανάθεμά σε γενιά του Οιδίποδα…», όταν πια ο όλεθρος της αδελφοκτονίας  είναι μπροστά του.

Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν παλεύουν ούτε οι φυλές, ούτε το αίμα, ούτε το έθνος. Δεν σκοτώνονται μεταξύ τους τα αδέλφια αλλά οι οπαδοί κάποιας «πόλης». Και πάντοτε, η σημαία πηγαινοέρχεται πάνω από τα κουφάρια των «πολιτών» που πήραν με το μέρος τους, τους θεούς τους.

Ισως αυτό είναι και το «προπατορικό αμάρτημα» το δικό μας. Εμείς που γεννήσαμε και δώσαμε την «πόλη» στον υπόλοιπο κόσμο, να κουβαλάμε πάνω μας το αιώνιο χρέος της υπεράσπισής της. Φτιαγμένοι να χτίζουμε νέες πόλεις και να σκοτώνουμε τους αδελφούς μας για χάρη τους. Αλλοτε με τη μορφή του Οιδίποδα για τη σωτηρία τους κι άλλοτε με τα πρόσωπα του Ετεοκλή και του Πολυνείκη για την καταστροφή τους.

Αυτές οι «πόλεις» μας καταδυναστεύουν και σήμερα. Δεν υπάρχει ασφάλεια στο αίμα, στους θεούς και στο γένος. Όλα είναι απάτη και μόνο η διαφοροποιητική «ιδεολογική συνάφεια» μας δένει στο όνομα των θεών και των ιδεών μας.

Το έργο είναι επίκαιρο. Και ο μύθος επαναλαμβάνεται στη δική του παράδοση. Η γενιά του Οιδίποδα ακόμα δεν μπορεί να ξεπληρώσει το μίασμα. Ο καθένας θέλει να ζήσει με τη δική του την «πόλη». Την κόκκινη, τη ροζ, τη μπλε, τη μαύρη. Και για τον εαυτό του μαζεύει από πάνω του τους θεούς. Τόση αυθεντία και πάθος συσσωρεύει που μεθυσμένος από τη βεβαιότητα είναι έτοιμος να σκοτώσει τον αδερφό του.

Ας είμαστε καθαροί με την ιστορία μας. Αν μας άφηναν μόνους, θα είχαμε αλληλοαφανισθεί για τις «πόλεις μας». Κι όσες φορές συνέβη, ο Κρέοντας ήταν έτοιμος να σώσει την ερειπωμένη και ανικανοποίητη «πόλη», εξασφαλίζοντας την υποταγή μας. Αφήνοντας άταφο τον Πολυνείκη, μαγιά στα όρνια της επόμενης θύελλας.

Μόνο η Πειθώ και ο Λόγος θα έβαζαν σε τάξη τα πράγματα. Όταν όμως «πληρώνεις» τους θεούς να σταθούν δίπλα σου, τι άλλη ανάγκη έχεις, εκτός από κηρύγματα και ευεργεσίες; Ποιος Λόγος μπορεί να νικήσει τον βέβαιο άνδρα που θέλει με το στανιό να θάψει την «πόλη» του αδερφού του; Ποια Πειθώ μπορεί να ενώσει τις ασήμαντες πόλεις, να ενωθούν σε μεγαλύτερη;

Εδώ είναι και η γενιά του Οιδίποδα. Εδώ και τα παιδιά της Νιόβης. Μικρές απέλπιδες φαντασιώσεις, φτηνές εξάρσεις ανώφελου μεγαλείου δεν μπορούν να μας σώσουν από το προπατορικό μας αμάρτημα. Η Πόλις μας γέννησε, η Πόλις μας σπρώχνει στην αδελφοκτόνο διάθεση. Την κουβαλάμε μέσα μας σαν το μοιραίο και ασυνείδητο μυστικό του Οιδίποδα…