1195
Από αριστερά Γιάννης Τούντας, Φώφη Γεννηματά, Θανάσης Θεοχαρόπουλος και Γιώργος Παπανδρέου. Σε συνάντησή τους στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017 | Nikos Libertas / SOOC

Η λάθος μάχη της Κεντροαριστεράς

Δρ Α. Στεφανάκης, Δρ Ι. Νικολάου 21 Απριλίου 2017, 11:26
Από αριστερά Γιάννης Τούντας, Φώφη Γεννηματά, Θανάσης Θεοχαρόπουλος και Γιώργος Παπανδρέου. Σε συνάντησή τους στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017
|Nikos Libertas / SOOC

Η λάθος μάχη της Κεντροαριστεράς

Δρ Α. Στεφανάκης, Δρ Ι. Νικολάου 21 Απριλίου 2017, 11:26

Είμαστε αισίως στον όγδοο χρόνο της οικονομικής κρίσης. Παρ’ όλες τις πρωτοφανείς επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία, το πολιτικό σύστημα σχεδόν στο σύνολό του εξακολουθεί «να παίζει τις κουμπάρες», όπως θα έλεγε και ο Πρωθυπουργός. Οχτώ χρόνια μετά, ακόμη ψάχνουμε να βρούμε και να δώσουμε τις σωστές οριστικές λύσεις στα χρόνια προβλήματα που μας ταλανίζουν ως χώρα.

Πολύ συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι ο χώρος της κεντροαριστεράς και του δημοκρατικού σοσιαλισμού είναι αυτός που (θα έπρεπε να) έχει τη δυναμική να παράσχει τις απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον. Άλλωστε είναι αυτός που σήκωσε το βάρος της διαχείρισης τα κρίσιμα πρώτα χρόνια της κρίσης και που πλήρωσε και πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα. Φαίνεται όμως, ότι ο χώρος ταλανίζεται ακόμη με τα δικά του εσωτερικά, υπαρξιακά ζητήματα. Ο κατακερματισμός του χώρου είναι δεδομένος (από τα μέσα ήδη του προηγούμενου αιώνα) και ιδιαίτερα έντονος σήμερα. Στην Ελλάδα, παρ’ όλες τις τελευταίες ανακατατάξεις, τα δεδομένα και οι προοπτικές παραμένουν λίγο πολύ τα ίδια.

Τη στιγμή που η συρρικνωμένη κεντροαριστερά υφίσταται τις συνεχείς πιέσεις από τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό, εκείνη φαίνεται ότι έχει επιλέξει να δώσει τη λάθος μάχη. Αν θέλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια, αυτή είναι περισσότερο μια μάχη εντυπώσεων κυρίως για να εμβολίσει την πρόσκαιρη επιτυχία της λαϊκιστικής αριστεράς/δεξιάς. Η μάχη ώστε το 5% να γίνει 6 ή 7% ή το 2% να γίνει 3%, ως απλή άθροιση προσώπων και επιμέρους ποσοστών. Η μάχη για το ποιος είναι ο πιο «αυθεντικός» εκπρόσωπος του χώρου. Η μάχη για την «κυριαρχία» σε ένα χώρο, που όμως –από ότι φαίνεται– συγκινεί σήμερα όλο και λιγότερους.

Παρ’ ότι είναι λίγο πολύ αποδεκτό από όλους ότι ουσιαστικές πολιτικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων σχηματισμών δεν υπάρχουν, εν τούτοις οι προσωπικές διαφορές και επιδιώξεις φαίνεται πως υπερτερούν. Αλλά ακόμη και στην «ιδανική» περίπτωση που όλοι οι υπάρχοντες σχηματισμοί συνενώνονταν σε ένα νέο φορέα, κανείς δεν θα εγγυάτο την επιτυχία του εγχειρήματος. Πολύ απλά, διότι (σχεδόν) όλοι είτε αδυνατούν ή δεν πείθουν λόγου πρότερου πολιτικού βίου, είτε δεν θέλουν να αναμετρηθούν με τις θεμελιώδεις παθογένειες της χώρας μας που οδήγησαν στην κρίση. Με απλά λόγια, η ελληνική κεντροαριστερά φαίνεται πως βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο. Δεν έχει αντιληφθεί ότι για να ξανακερδίσουν οι σοσιαλδημοκράτες την εμπιστοσύνη των πολιτών, απαιτείται πρώτα και κύρια μια διακριτή και σύγχρονη πολιτική ατζέντα η οποία θα αντιμετωπίζει πειστικά και αποτελεσματικά όχι μόνο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προβλήματα του ελληνικού κράτους αλλά και τις νέες προκλήσεις που ανακύπτουν και αναδιαμορφώνουν τον κόσμο μας.

Η ελληνική κεντροαριστερά σήμερα (όπως και η ευρωπαϊκή σε μεγάλο βαθμό) ακολουθεί απλά την ατζέντα που θέτει η αριστερά και η δεξιά συντήρηση, αδυνατώντας να διατυπώσει εναλλακτική θεματολογία επικεντρωμένη στα ουσιώδη διαχρονικά προβλήματα. Έχει αυτοπαγιδευτεί και αυτή σε μια αέναη συζήτηση γύρω από το χρέος και τα ελλείματα. Παρ’ ότι υπηρέτησε και αυτή στο παρελθόν τις πελατειακές σχέσεις τόσο όσο και η συντηρητική παράταξη και ‒όπως αποδείχτηκε‒ η αριστερά, εν τούτοις εκείνη υφίσταται ακόμη το μεγαλύτερο κόστος.

Αν και πλέον ομολογείται (κρυφά ή φανερά) τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ότι οι μόνες ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις την περίοδο της κρίσης έγιναν από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ο χώρος της κεντροαριστεράς σχεδόν αρνούνταν μέχρι πρότινος την πατρότητα αυτών των μεταρρυθμίσεων στον βωμό εκατέρωθεν μικροπολιτικών-προσωπικών διαφορών αλλά και του φόβου αρνητικής αντιμετώπισης εκ μέρους των ψηφοφόρων μιας και έχει αναδυθεί μια πλειάδα λαϊκιστικών αρνητικών στερεοτύπων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες μεταρρυθμίσεις να τις έχουν σφετεριστεί άλλοι σχηματισμοί όπως για παράδειγμα ότι η μεταρρύθμιση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης είναι επίτευγμα της κυβέρνησης της ΝΔ (συνέντευξη Χρύσανθου Λαζαρίδη στο ACTION, 5 Απριλίου).

Η ανασύσταση της κεντροαριστεράς είναι ξεκάθαρο πλέον, πως δεν είναι μόνο θέμα προσώπων, σχηματισμών και επιμέρους συσχετισμών. Είναι κυρίως θέμα πολιτικού πλαισίου με αναφορά στο σύγχρονο κοινωνικό, τεχνολογικό και πολιτισμικό περιβάλλον της Ελλάδας. Για να ακριβολογούμε, αυτό είναι το κύριο διακύβευμα για τη χώρα: ποιος θα μπορέσει να ξεπεράσει αγκυλώσεις και εξαρτήσεις του παρελθόντος και του παρόντος και να απευθυνθεί με ειλικρίνεια στους πολίτες.

Η αποστροφή και αποστασιοποίηση των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα και την πολιτική εν γένει, όπως υποδηλώνει η τεράστια αποχή στις τελευταίες εκλογές και η μεγάλη μάζα αναποφάσιστων που έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό σύστημα-εκκρεμές, είναι το καμπανάκι που θα έπρεπε να είχαν ακούσει όλοι, αλλά και το κίνητρο για το αποφασιστικό βήμα προς τα μπρος.

Τα προβλήματα της χώρας είναι τόσο έντονα και διαχρονικά, που το βάρος της λύσης δεν πέφτει τόσο στην ιδεολογική αφετηρία αλλά περισσότερο στην ιδεολογική συνέχεια και συνέπεια λόγων και έργων. Απλοϊκά θα λέγαμε ότι είμαστε στο σημείο όπου δεν έχει σημασία τόσο το χρώμα της γάτας, αλλά το αν πιάνει ποντίκια.

Υπάρχει μια ισχυρή πλειοψηφία πολιτών που, αφού δοκίμασε και απογοητεύτηκε από σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα, αναμένει εκείνον που θα διατυπώσει μια σύγχρονη, προοδευτική και μεταρρυθμιστική ατζέντα η οποία θα δίνει ειλικρινείς και πειστικές απαντήσεις σε θεμελιώδη ζητήματα, όπως είναι:

-Η αποκατάσταση του κύρους και η ισχυροποίηση των θεσμών του κράτους

-Η καταπολέμηση των πελατειακών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα

-Η εμβάθυνση της αξιοκρατίας και της διαφάνειας στο δημόσιο βίο

-Η εμπέδωση του αισθήματος δημοκρατικής διοίκησης και κοινωνικής δικαιοσύνης

-Το άνοιγμα των δομών του κράτους στον πολίτη

-Η προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης

-Η απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου και δραστική μείωση των γραφειοκρατικών εμποδίων στις συναλλαγές του κράτους και των πολιτών

-Το σταθερό θεσμικό πλαίσιο που θα προάγει τον ανταγωνισμό, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα και θα καταργεί ρυθμίσεις και διατάξεις που ακόμη κρατούν κλειστά πολλά επαγγέλματα και βιομηχανικούς κλάδους

-Η κατάργηση των μονοπωλιακών και των ολιγοπωλιακών καταστάσεων

-Οι ίσες ευκαιρίες στους πολίτες

-Η απελευθέρωση των πολιτών από θεσμικές ομηρίες

-Οι νέες εργασιακές ευκαιρίες για τους πολίτες

-Η αποκατάσταση του τραπεζικού συστήματος

Είναι προφανές ότι πολλά από αυτά που πρέπει να γίνουν πάνε κόντρα σε κατεστημένες νοοτροπίες και πρακτικές μιας μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Είναι επίσης προφανές όμως, ότι αυτές ακριβώς οι πρακτικές μας οδήγησαν στο σημείο που είμαστε σήμερα. Δεν χρειάζεται να ανακαλυφθεί ξανά η πυρίτιδα. Πλέον, τα προβλήματα και οι παθογένειες είναι γνωστά σε όλους, πολλές είναι οι διαθέσιμες σχετικές αναλύσεις, εκτεταμένη η σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία.

Σχετικές εμπειρίες και πρακτικές αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών μπορούν ακόμη να αντληθούν από πολλές χώρες και να προσαρμοστούν στις ελληνικές συνθήκες – ένα από τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης. Έχουμε το καίριο πλεονέκτημα να ανήκουμε στην πιο ισχυρή ένωση κρατών που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Αυτή τη σχέση πρέπει όχι απλά να τη διαφυλάξουμε αλλά να την αξιοποιήσουμε περαιτέρω, όχι μόνο για την άντληση πόρων αλλά και για την άμεση ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας στη δομή και διαχείριση των κρατικών δομών και θεσμών.

Το σοσιαλδημοκρατικό μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο δεν μπορεί πλέον να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και σταθερότητα. Τη στιγμή που τα άκρα ενώνονται και συμμαχούν σε Ευρώπη και Αμερική, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός και ο πολιτικός φιλελευθερισμός μπορούν και πρέπει, επιτέλους, να δείξουν τον νέο δρόμο. Αν υπάρχει ένας χώρος που έδωσε και μπορεί ακόμη να δώσει προοδευτικές λύσεις είναι αυτός ‒ αρκεί να το ξαναθελήσει.

Η ελληνική κεντροαριστερά, για να αποκτήσει ξανά κοινωνικά ερείσματα, πρέπει να πάψει να αποτελεί μέρος του προβλήματος και να επανατοποθετηθεί στον νέο παγκόσμιο πολιτικό χάρτη, όπου η μάχη γίνεται πλέον μεταξύ του λαϊκισμού – εθνικισμού και των προοδευτικών δυνάμεων που υπερασπίζονται την ανοικτή και δίκαιη κοινωνία. Το ερώτημα είναι αν έχει την θέληση να σπάσει τις αλυσίδες που την κρατούν δέσμια με το παρελθόν και να μπει στη μάχη ενάντια στην εθνική περιχαράκωση και οπισθοδρόμηση.

*Dr-Ing. Αλέξανδρος Στεφανάκης (Bauer Resources GmbH), Δρ Ιωάννης Νικολάου (Επίκ. Καθηγητής ΔΠΘ).