 του Γιάννη Νάτση
Γνώρισα την Μαρία πριν από περίπου ένα χρόνο κατά την διάρκεια ενός ρεπορτάζ. Την συνάντησα για καφέ ένα απόγευμα του Νοέμβρη στην Κοραή. Κοντά μαλλιά καστανόξανθα, αδύνατη, ντυμένη στα μαύρα, μικρά ζαρωμένα χέρια που μαρτυρούσαν την ηλικία της, 46 ετών, όπως θα μάθαινα αργότερα. Στα γαλαζοπράσινα μάτια της που ξεχώριζαν στο μικροκαμωμένο κορμί της, έβλεπα την καχυποψία απέναντι στον δημοσιογράφο. «Μπορούμε να καθίσουμε έξω γιατί θέλω να καπνίσω;» με ρωτά παρόλο που το κρύο είναι τσουχτερό. «Ξεκίνησα να κάνω χρήση πριν από 20 χρόνια» μου λέει. «Μη με βλέπεις έτσι, η οικογένειά μου ήταν πολύ καλή. Με αγαπούσαν, δεν έχω κανένα παράπονο. Στο σχολείο ήμουν άριστη. Ήθελα να γίνω γιατρός...».
Τα λόγια της αυτά μου χαλάνε το στερεότυπο για το τυπικό «πρεζόνι». Κακή οικογένεια + άσχημα παιδικά χρόνια = ναρκωτικά. Το ξεπερνώ. Βλέπω ότι το κρύο την ενοχλεί, τα χεράκια της έχουν μελανιάσει αλλά εκείνη επιμένει στο τσιγάρο καθώς τα ζεσταίνει γύρω από την κούπα του καφέ. Εν τω μεταξύ, λίγα βήματα παρακάτω, στη Σταδίου εκτυλίσσεται πορεία διαμαρτυρίας της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων. Τις ημέρες εκείνες, πρώτη είδηση είναι η μαζική απεργία πείνας στις φυλακές της χώρας. Η συζήτησή μας διακόπτεται από τα συνθήματα των συγκεντρωμένων. Η Μαρία τους ακούει και χαμογελά. «Λόγω έρωτα...» μου λέει και με ξαφνιάζει. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. «Λόγω έρωτα κατέληξα στη πρέζα. Δεν ήθελες να με ρωτήσεις γιατί έπεσα στα ναρκωτικά;». Μένω άφωνος.
Σοκάρομαι όταν μου εξηγεί ότι είδε την ηρωίνη του συντρόφου της ως αντίζηλό της και τελικά χώθηκε σε αυτή πιο βαθιά και από τον έρωτά της. Με τον Μιχάλη όπως μου λέει πέρασε 19 χρόνια. Στα χρόνια αυτά «ήπιε» δύο ακίνητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερα σε ηρωίνη και κόκα. Την πιστεύω καθώς μου δείχνει τα χέρια της που έχουν παραμορφωθεί από την υπερβολική χρήση. «Και το πρόβλημα στο περπάτημα από αυτό είναι;» την ρωτάω αφού είχα παρατηρήσει ότι κούτσαινε. «Ναι και τα πόδια μου είχαν σαπίσει και μου έχουν αφήσει κουσούρι. Προσπαθώ να τα διορθώσω με πλαστικές αλλά δεν υπάρχει το χρήμα».
Έχει πλέον βραδιάσει. Η Μαρία δεν σταματά να μιλά για την ζωή της με τον Μιχάλη. Δεν τον κατηγορεί για τη χρήση. Κομπιάζει όταν σκέφτεται τον γιο της. Τον απέκτησε στα 16 της, στην αρχή ενός γάμου που κράτησε πέντε χρόνια. Δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι μεγάλωσε μόνος του, τα 20 χρόνια που εκείνη ζούσε στον κόσμο της ηρωίνης. «Πριν μπω φυλακή, πήγαινα και έκλεβα στιγμές από τη ζωή του. Έπαιρνα το αυτοκίνητο και πήγαινα και τον έβλεπα στην παιδική χαρά με την κόρη του χωρίς να το ξέρουν». Όπως συμβαίνει συνήθως με τα περισσότερα «πρεζόνια», κάποια στιγμή η Μαρία βρίσκεται στη φυλακή με τη συνήθη κατηγορία για κατοχή, χρήση και εμπορία. «Την πρώτη φορά που ήρθε ο γιος μου να με δει στον Κορυδαλλό δεν με αναγνώρισε. Με κατάλαβε μόνο από τα μάτια μου» λέει και δακρύζει. Όταν πέρασε την πύλη του των φυλακών νόμιζε ότι ήταν ήδη νεκρή. Ήρθαν και τα χάπια που χορηγούνται στα «σωφρονιστικά καταστήματα» για να διατηρούνται οι κρατούμενοι σε καταστολή και την αποτελείωσαν. Είχε πειστεί ότι θα πέθαινε φυλακισμένη. Τον πρώτο καιρό, η καθημερινή ρουτίνα περιλαμβάνει επίσκεψη στο ιατρείο του Κορυδαλλού για να περιποιηθούν τις πληγές της.
Στο δρόμο όμως για το ιατρείο βλέπει κάτι το ασυνήθιστο. Συγκρατούμενες καθαρές, με τα βιβλία τους, να χαμογελάνε και να συζητάνε δυνατά μεταξύ τους καθώς επέστρεφαν στο κεντρικό διάδρομο με τα κελιά. «Αναρωτιόμουν μέσα στην φυλακή πως μπορεί κάποιος να είναι χαρούμενος και λαμπερός. Δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου αυτούς τους 2,5 μήνες να είχα γελάσει. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν και αυτές κρατούμενες» μου λέει και βουρκώνει ακόμα μία φορά. Η Μαρία μαθαίνει ότι οι κοπέλες αυτές είχαν μπει στο πρόγραμμα Εν Δράσει του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.) που λειτουργούσε μέσα στην γυναικεία πτέρυγα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια της για το πώς αισθάνθηκε όταν αποφάσισε να πάει και εκείνη στο πρόγραμμα. «Το ΚΕ.Θ.Ε.Α. είναι σε ένα χώρο πάνω από την φυλακή. Εκεί οδηγούν κάτι σκαλοπάτια. Εγώ συνέχεια έλεγα ότι ανεβαίνω 22 σκαλιά για να πάω στον παράδεισο». Από εκείνη τη στιγμή, το ύφος και η αφήγησή της αλλάζουν πλήρως. Δεν σταματά να μιλά για την οικογένεια που έφτιαξε με τις υπόλοιπες κοπέλες της κοινότητας, τα κοσμήματα και τα θεατρικά που έκαναν. Τα μεσημέρια μόλις τελειώνει το πρόγραμμα για την ημέρα, η Μαρία επιστρέφει στον γενικό πληθυσμό και διαβάζει σαν τρελή στους διαδρόμους της φυλακής. Έχει πλέον ξαναρχίσει το σχολείο. Μετά από 18 μήνες κράτησης αποφυλακίζεται.
Η ζωή έξω συνεχίζεται με θεραπεία στο Κέντρο, νυχτερινό σχολείο και δουλειά για να ζήσει. Τον Γενάρη που μας πέρασε, την ξανασυνάντησα στην πιο ωραία τελετή αποφοίτησης. Ανεβαίνει στο βήμα μέσα σε ένα χαλασμό χειροκροτημάτων. «Μπράβο Μαρία» φωνάζει μία ομάδα παιδιών που έχουν κάνει κερκίδα. Συγκινείται αλλά όπως λέει «σήμερα δεν κλαίω, μόνο γελάω». Και πώς να μην γελάει; «Κάποιοι στοιχημάτιζαν ότι θα αποτύγχανα. Σήμερα στέκομαι μπροστά σας και σας λέω ότι κέρδισα το στοίχημα» δείχνοντας περήφανα το πτυχίο της το οποίο αφιερώνει στην εγγονή της. Είναι και αυτή μία από τους 87 που ολοκλήρωσαν τα προγράμματα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. Είναι και επίσημα πτυχιούχος. Σε λίγους μήνες, στα 47 της χρόνια, η Μαρία θα παίρνει στα χέρια της ένα ακόμα πτυχίο, αυτό της ακτινολόγου (ένα χρόνο μετά την αποφυλάκισή της κατάφερε να περάσει πρώτη μεταξύ των αποφοίτων νυχτερινών στο τμήμα Ραδιολογίας-Ακτινολογίας του Τ.Ε.Ι. Αθηνών). Θα βρίσκομαι πάλι στο κοινό για να θαυμάσω και να εμπνευστώ από την αξιοζήλευτη αγάπη της για τη ζωή. Κοιτάζω τα μάτια της και στο μυαλό μου έρχονται όλοι εκείνοι που περιπλανούνται στους δρόμους της πόλης ικετεύοντας για λίγα χρήματα για την επόμενη δόση. Το μόνο που εύχομαι είναι στην αποφοίτηση του 2010, οι πτυχιούχοι να είναι πολλοί περισσότεροι.
Ο Γιάννης Νάτσης είναι δημοσιογράφος στην εκπομπή Νέοι Φάκελοι (ΣΚΑΙ).
|