 Υπάρχει ένας πολύ μειωτικός χαρακτηρισμός στο λεξιλόγιο της τζαζ: είναι ο όρος «ghost band», «ορχήστρα-φάντασμα», που αναφέρεται σε σχήματα που συνεχίζουν να παίζουν, φέροντας το όνομα του ιδρυτή τους, παρά το ότι αυτός δεν βρίσκεται πια στην ζωή.
Είναι άδικο να χρησιμοποιήσει κανείς αυτόν τον χαρακτηρισμό για τους «Mingus Dynasty», που εμφανίζονται αυτές τις μέρες (μέχρι την Πέμπτη) στο «Half Note». Ναι, η επταμελής αυτή μπάντα, όπως η 11μελής «Mingus Orchestra» και η 14μελής «Mingus Big Band» ιδρύθηκε το 1979, μετά τον θάνατο του Charles Mingus, από την χήρα του, για να παίξει σε μια συναυλία στην μνήμη αυτής της ιδιοφυούς, εκρηκτικής προσωπικότητας της τζαζ, του σημαντικότερου ίσως συνθέτη και ενορχηστρωτή του είδους μετά τον Duke Ellington.
Τριάντα χρόνια τώρα, δεν έχει σταματήσει να παίζει, διαδίδοντας αυτήν την υπέροχη, δαιδαλώδη, συναρπαστική μουσική. Αυτός όμως δεν είναι ο βασικός λόγος να πάει κανείς να τους δει από κοντά να παίζουν. Ούτε ασφαλώς είναι λόγος το ότι αυτή η μπάντα – εναλλάξ με τις άλλες δύο – αποτελεί πια έναν θεσμό της Νέας Υόρκης, παίζοντας κάθε Δευτέρα στο «Jazz Standard», το κλαμπ που το περιοδικό «New York» χαρακτήρισε ως το καλύτερο της πόλης.
Όχι, ο βασικός λόγος να δει κανείς από κοντά αυτήν την μπάντα είναι το ότι αποτελεί ένα εντυπωσιακά δεμένο και καλοδουλεμένο σχήμα από εξαιρετικούς μουσικούς, που ερμηνεύουν με πάθος, δεξιοτεχνία, κέφι και αυταπάρνηση αυτές τις συνθέσεις. Είχα την τύχη να τους δω από κοντά το καλοκαίρι στο Άμστερνταμ, στο «Bimhuis» (που μάλλον πρόκειται για το ομορφότερο τζαζ κλαμπ της Ευρώπης) και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Όταν έμαθα ότι έρχονται στην Αθήνα, πήρα αμέσως τους ανθρώπους του «Half Note» να ρωτήσω αν είναι η ίδια σύνθεση και κυρίως αν στο σχήμα περιλαμβάνεται ο “Ku-umba” Frank Lacy. «Φυσικά», μου απάντησαν.
Κι εδώ βρίσκεται ο άλλος λόγος να πάει κανείς να δει από κοντά αυτήν την μπάντα: αυτός ο εξωστρεφής, δαιμόνιος τρομπονίστας, που αλωνίζει τη σκηνή με αυτοπεποίθηση, παίρνει πάνω του την παρτίδα, μεταδίδει μια τεράστια γκάμα συναισθημάτων, βάζει το κοινό στο κόλπο – και βρίσκει χρόνο να φλερτάρει με ό,τι θηλυκό βρίσκει μπροστά του.
Όπου κι αν βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο Mingus, είναι βέβαιο ότι όταν ακούει τον “Ku-umba” να παίζει τη μουσική του, στο συνήθως σκυθρωπό, έμπλεο θυμού πρόσωπό του, σχηματίζεται ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας.
|