Αναζήτηση:

Διαφήμιση

Διαφήμιση

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ Σχόλια του Κώστα Μ.

Καλή αντάμωση στα γουναράδικα

Γεννήθηκα σ' ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Θυμάμαι καθαρά τη λάμπα πετρελαίου να ρίχνει το θαμπό φως στο δωμάτιο, γεμίζοντας με αλλόκοτες σκιές τους γυμνούς τοίχους. Οι διηγήσεις της μάνας μου, που ήταν μικρό κορίτσι στον εμφύλιο, δίνανε τρομαχτικά σχήματα σε τούτες τις σκιές. Έβλεπα φωτοβολίδες να σκίζουν το σκοτάδι πάνω από τα λαγκάδια, βλήματα όλμων να σφυρίζουν, μια αγελάδα δεμένη στον πάσσαλο, ξεκοιλιασμένη, τον δάσκαλο, που τον περάσανε γυμνό απάνω στο άλογο, μαύρο απ' το ξύλο και τον εκτελέσανε στο διάσελο, τον μπάρμπα Δήμο δεμένο στον πλάτανο της πλατείας, να μουγκρίζει απ΄ τον πόνο καθώς τον δέρνανε με τον ζωστήρα, Αμύτες, Δεσίτες, Στρατός, όλα μαζί ένα κουβάρι, ένα παραμύθι πιο τρομακτικό κι απ' την κόλαση, πασπαλισμένο με φωνές και διαταγές μέσα στη νύχτα, κομπολόγια από μύτες και αυτιά κομμένα.

«Θα χυθεί αίμα»...

Η γιαγιά μου, ένας μαύρος μικροσκοπικός μπόγος, στη γωνιά του τζακιού, με το μαύρο μαντήλι χαμηλωμένο, κάτω από τα μάτια, κουνούσε το κεφάλι πέρα-δώθε. «Να μη δώσει ο Θεός, παιδάκι μου, τέτοια οργή στον κόσμο...». Ο παππούς μου πέθανε 37 χρονών και έμεινε με τέσσερα παιδιά, το μικρότερο τεσσάρων χρονών. Άφηνε το ένα εδώ, το άλλο εκεί, περιπλανήθηκε για χρόνια, ψάχνοντας για λίγο ψωμί, ζητιάνεψε. Α, ρε γιαγιά...

Φοβόταν τον εμφύλιο η γιαγιά, που κοιμόταν στο χώμα, κουβάλαγε τα σακιά με το αλεύρι δεμένα στην πλάτη, μέσα από την ποταμιά, έτρωγε μπομπότα, που ο άντρας της (όσο ζούσε), έφευγε εφτά μήνες το χρόνο κι ήταν άντρας από σίδερο, φόβος και τρόμος. Φοβόταν τον εμφύλιο η γιαγιά, μια γυναίκα σκληρή, δύστροπη, στεγνή, αλλά τελικά σοφή.

«Θα χυθεί αίμα». Ακούω όλη μέρα από το πρωί στα δελτία ειδήσεων, τούτη τη φράση, είμαι στο μαγαζί, τα σκουπίδια απέναντι βουνό, οι δρόμοι φρακαρισμένοι, η γυναίκα μου πήγε τη μικρή στην αίθουσα του Δήμου που κάνουν χορό, αλλά είχαν κατάληψη, οι πελάτες (όσοι μπαίνουν στο μαγαζί), είναι στην τσίτα, παραμιλάνε, άλλοι θέλουν μια αφορμή για να εκραγούν, νιώθω κουρασμένος, απογοητευμένος αλλά πιο πολύ απορημένος. Απορημένος μ' όλους αυτούς που μιλάνε για κρεμάλες, για αίμα, για εμφύλιο, για ολοκαύτωμα.

Τους βλέπω να φοράνε επώνυμα ρούχα, ακριβά γυαλιά ηλίου, καλοθρεμμένοι, αδούλευτοι οι περισσότεροι αλλά και οι άλλοι, οι πιο λαϊκοί με προκοίλι και μπλου τουθ και αναρωτιέμαι πόσοι από αυτούς θα άντεχαν μια βδομάδα μόνο τις κακουχίες και τη φρίκη που δρασκέλιζε γρήγορα-γρήγορα η γιαγιά για να αναστήσει τα παιδιά της, πόσοι θα κατάφερναν να μη χεστούν απάνω τους  στο χτύπημα της εξώπορτας τα μεσάνυχτα από αρβύλες ατάκτων.

«Θα χυθεί αίμα». Αν αυτό πρέπει να γίνει, ας γίνει. Τότε, μικρός φοβόμουν για τον πατέρα μου, μην πάει στον πόλεμο, μη χαθεί κι αυτός στις σκιές που χοροπηδάγανε στο ρυθμό της φλόγας. Τώρα ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είμαι εγώ πια πατέρας. Και τώρα καταλαβαίνω γιατί τελικά η γιαγιά μου, η σκληρή, αλύγιστη γριά, φοβόταν. Αλλά η γιαγιά δυστυχώς πέθανε κι αυτή. Και τώρα κανείς δεν φοβάται...

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών