Αναζήτηση:

Διαφήμιση

Διαφήμιση

ΒΙΒΛΙΟ Σχόλια Χριστίνα Ταχιάου Χριστίνα Ταχιάου

Όσα δεν είδα στην έκθεση βιβλίου

Προβληματίστηκα πολύ στο τι να γράψω για τη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, σαν απολογισμό. Ήταν εκείνο το «Το μόνο που θεωρήσατε σκόπιμο να γράψετε την πρώτη μέρα στη στήλη σας «είναι ανακρίβειες για να υποβιβάσετε όλη τη δουλειά που έχει γίνει από τόσους ανθρώπους τόσο καιρό;», που μου έγραψε την περασμένη Παρασκευή η πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εκδοτών Βιβλιοπωλών.

Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολύ την Έκθεση αυτή. Τη θεωρώ πολύ σημαντική για τη Θεσσαλονίκη, την περίμενα πώς και πώς. Είναι κι ότι πέρσι, με τιμώμενη χώρα τη Σερβία -που πήρε στα σοβαρά τη διοργάνωση- είδαμε έναν άλλο τόνο, ενώ πρόπερσι, με τιμώμενες χώρες τις Αραβικές και την «Αραβική Άνοιξη» να είναι παρούσα, έλεγες ότι η Έκθεση είναι στον παλμό της εποχής. Αλλά για τη φετινή, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο.

Η Βρετανία δεν «τράβηξε» ως τιμώμενη χώρα. «Οι άνθρωποι μέχρι τελευταία ώρα δεν ήξεραν με ποιον να συνεννοηθούν», μου έλεγε μεγάλος εκδότης. «Όλα στήθηκαν τελευταία στιγμή».

Φαινόταν αυτό. Στην τελετή των εγκαινίων έγινε κάτι απίθανο: αφού χαιρέτισαν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος κι ο διευθυντής του Βρετανικού Συμβουλίου, Τόνι Μπάκμπι, άρχισε μια συνομιλία σχετικά με τον Σπινόζα μέσω skype. Στην οθόνη βρισκόταν ο Ίρβιν Γιάλομ και μπροστά μας ο καθηγητής Φιλοσοφίας Άρης Στυλιανού και ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος. Η συζήτηση -πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά εντελώς άσχετη με τελετή εγκαινίων- διήρκεσε μισή ώρα, χωρίς να αναφέρεται στο πρόγραμμα κι εξέπληξε τους πάντες. Το κορυφαίο; Οι Έλληνες συμμετέχοντες είχαν ειδοποιηθεί κι ερωτηθεί μόλις την προηγουμένη ημέρα και δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι η συζήτηση θα διεξαχθεί κατά τη διάρκεια της τελετής.

Σε όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης υπήρχαν προβλήματα. Έτυχε, στη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου «Ο γιος του ακορντεονίστα», του Μπερνάντο Ατσάγια, να μην υπάρχει μεταφραστής από τα ισπανικά αλλά από τα αγγλικά, γλώσσα που δεν μιλά ο συγγραφέας. Εξαιρετικά ταραγμένος, ήθελε να τη ματαιώσει. Σαν από μηχανής θεός, βρέθηκε εκεί ο Άρης Στυλιανού (που ανέφερα παραπάνω, συνομιλητής του Γιάλομ) και προσφέρθηκε να την κάνει από τα γαλλικά, καθώς άκουσε τον Ατσάγια να τα μιλά σπαστά. Έτσι κι έγινε.

Ο κόσμος δεν ήρθε στην Έκθεση. Κάπως κινήθηκε το πράγμα το σαββατοκύριακο, αλλά καμιά σχέση με την κίνηση των περασμένων ετών. Και οι παρουσιάσεις δεν είχαν τον κόσμο που βλέπαμε σε άλλες διοργανώσεις. Απογοητευμένοι εκδότες, τις αναπολούσαν.

Μεγάλο εκνευρισμό προκαλούσαν οι -καλής πρόθεσης, δεν το συζητώ- ηθοποιοί που παρουσίαζαν σκηνές από θεατρικά, στα καλά καθούμενα. «Κι αυτό σε πείραξε;», θα ρωτήσετε. Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ ότι εκεί που παρακολουθούσαμε μια εκδήλωση ή μιλούσαμε σε κάποιο περίπτερο, ξαφνικά ακούγαμε φωνές και φασαρίες σαν να γίνεται καβγάς! «Δρώμενο ή βρώμενο», όπως είπε ο πάντα ετοιμόλογος Γιώργος Σκαμπαρδώνης, όταν στη διάρκεια της πολύ καλής παρουσίασης του «Θάνατος στο Βαλπαραίζο», του Μένη Κουμανταρέα, ακούστηκε ο Ρωμαίος να ωρύεται ταράζοντας το ακροατήριο.

Αυτά έκαναν οι φετινοί πειραματισμοί της τελευταίας ώρας, και δεν είμαι η μόνη που το παρατήρησε. Τα κουβεντιάζαμε και με όλους τους συναδέρφους. Ναι, είχε κι ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, φυσικά είχε. Αλλά σαν γενική αίσθηση, άφησε μια πίκρα.

Το βράδυ της Κυριακής, σε δεξίωση του Γάλλου προξένου Κριστόφ Λε Ριγκολέρ, συζητούσαμε για την Έκθεση. «Τουλάχιστον έγινε, με όλες τις ατέλειές της. Αυτό είναι το σημαντικό, σε αυτό να σταθούμε», μου είπε ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης, διευθυντής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης.

Σε αυτό στεκόμαστε, λοιπόν. Στο ότι κλυδωνίστηκε, δε βυθίστηκε και δε θέλουμε με τίποτε να βυθιστεί. 

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών